Το Κάστρο της Άρτας, ένα βυζαντινό μνημείο του 13ου αιώνα
Το Κάστρο της Άρτας, ένα βυζαντινό μνημείο του 13ου αιώνα
Γράφει η Μαρία Καραμπίκα
φιλόλογος – ιστορικός
Το Κάστρο της Άρτας είναι από τα πιο όμορφα κάστρα της Ελλάδας. Είναι κτισμένο στον έναν από τους δύο λόφους που υψώνονταν πάνω από τη βυζαντινή πόλη, είχε μικρή ακρόπολη και ήταν στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο, έδρα του δεσπότη και πιθανώς καταφύγιο του πληθυσμού σε έκτακτες περιστάσεις. Η πόλη απλωνόταν κυρίως στα πόδια του κάστρου και η μια πλευρά του περιοριζόταν από το μεγάλο ποτάμι. Φαίνεται πως δεν κτίστηκε κάποια ιδιαίτερη οχύρωση για να την προστατεύει.
Κατά πόσον το τείχος της αρχαίας Αμβρακίας ή μέρος του προστάτευε – τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό – τη βυζαντινή πόλη, είναι ζήτημα που δεν έχει ακόμα ερευνηθεί.
Το κάστρο της Άρτας είναι χαρακτηριστικό δείγμα της βυζαντινής οχυρωματικής τέχνης και κτίστηκε τον 13ο αιώνα από το Μιχαήλ Β΄. Ένα χρόνο αργότερα ο νικηφόρος Β’ Ορσίνι ή Άγγελος Κομνηνός κάνει σημαντικές επισκευές στο Κάστρο, για να αντιμετωπίσει τις επιδρομές των Σέρβων.
Στα χρόνια του Αλή Πασά (τον 18ο αιώνα) έγιναν αλλαγές (κυρίως στις επάλξεις, στο εσωτερικό καστράκι και στους πύργους) έτσι ώστε το φρούριο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της τότε πολεμικής τεχνικής. Το σημερινό μνημείο σχηματίστηκε σε τρεις εποχές: πάνω στα απομεινάρια του αρχαίου τείχους (5ο π.Χ. αιώνα περίπου) κτίστηκε το κατά την βυζαντινή εποχή (τον 13ο αιώνα) το νεότερο κάστρο, το οποίο 100 χρόνια αργότερα επισκευάστηκε και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (τον 18ο αιώνα) με τις βελτιώσεις και προσθήκες που έγιναν, πήρε την τελική του μορφή.
Το Κάστρο αποτελείται από τρία μέρη: α)το κυρίως φρούριο, β) τα δύο μικρά εξωτερικά περιτειχίσματα κτισμένα σε χαμηλότερο επίπεδο – από τα οποία το δυτικό εντείνεται από την κεντρική πύλη ως τον πύργο του Ρολογιού, ενώ το βόρειο, προστάτευε την κορυφή στη βόρεια πύλη του κάστρου και γ) το εσωτερικό οχυρό ή ακρόπολη που βρίσκεται στα αριστερά της κεντρικής πύλης. Το σχήμα του κάστρου είναι ακανόνιστο πολύγωνο. Το πάχος του τείχους είναι 2,50 μέτρα και το ύψος του 10 μέτρα.
Η τοιχοδομή του είναι απλή, με ακανόνιστα λαξευμένες μικρές πέτρες και παρεμβολή πλίνθων, αόρατων στο μεγαλύτερο μέρους του τείχους, επειδή καλύφθηκαν από μεταγενέστερο κονίαμα. Στον πύργο της βόρειας πλευράς του Κάστρου υπάρχει μικρή πύλη, που προστατεύεται από εξωτερικό περιτείχισμα. Ίχνη πύλης διακρίνονται και στο αρχαίο τείχος της Αμβρακίας, στην ανατολική πλευρά. Το κτίσμα αυτό είναι προσκολλημένο στη νότια πλευρά βυζαντινού ναού, που απ’ ότι δείχνουν τα απομεινάρια των τειχών του, κατέληγε σε ημιεξάγωνη κόγχη. Είναι πιθανόν να πρόκειται για τα ανάκτορα των Κομνηνών και το βασιλικό παρεκκλήσι, τα οποία θα καταστράφηκαν κατά την εισβολή των Σέρβων του Στέφανου Δρουσάν ή από την μεγάλη πυρκαγιά του 1361, οπότε θα έγινε η μεταφορά των νέων ανακτόρων στο εσωτερικό οχυρό για ασφάλεια. Στο εσωτερικό του φρουρίου και δεξιά της εισόδου, υπάρχει μεγάλη κλειστή θολωτή αίθουσα, στην οποία μπαίνει κανείς περνώντας επάλληλες τοξωτές θύρες, στοιχείο που βοηθάει να εικάσουμε ότι πρόκειται για το κυρίως καταφύγιο ή για κρύπτη ή για φυλακές.
Ακόμη το πλούσιο οχυρωματικό δίκτυο που διέθετε ο χώρος της Ηπείρου κατά την περίοδο των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων έθεσε τις βάσεις για το σχεδιασμό του μεσαιωνικού (π.χ. Κλεισούρα, Συστρούνι, Ρωγοί, Σοποτός). Όμως η αύξηση των απειλών από διάφορες κατευθύνσεις προκάλεσε την ανάγκη ανέγερσης και άλλων οχυρών στις επίμαχες θέσεις.
Το Κάστρα της Άρτας και των Ιωαννίνων, αμυντικές εστίες των ηγεμόνων του Ηπειρωτικού κράτους κατά τον 13ο αιώνα, και οι περιοχές τους, αποτέλεσαν θέατρο επιχειρήσεων στα τέλη του ίδιου αιώνα. Η ανεπιτυχής επιχείρηση του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου κατά της Ηπείρου (1290) προέβλεπε την ταυτόχρονη προσβολή των δύο ηπειρωτικών κάστρων.
Το Κάστρο της Άρτας παρά τις πολεμικές θύελλες και τις πολιορκίες που κατά καιρούς γνώρισε, διατηρείται σε άριστη κατάσταση και αποτελεί ένα από τα καλύτερα αξιοθέατα της περιοχής.
ΜΑΧΗΤΗΣ