ΤΟ ΛΟΥΚΟΒΟ. Ένα ξεχασμένο χωριό του Πωγωνίου
Του Αναστασίου Μηλιώνη
Ιατρού, Δρ. Παν/μίου Αθηνών
Στο Πωγώνι υπήρχαν μικρά χωριά που χάθηκαν. Ένα από αυτά είναι το «Λούκοβο», ανάμεσα στα χωριά Λάβδανη και Δημόκορη. Υπήρχαν και άλλα, κοντά ή μακρύτερα. Διασώθηκαν ιστορίες που μερικές δημοσιεύθηκαν και άλλες χάθηκαν με τις τελευταίες παλιοκαιρινές μνήμες. Στους πρωταγωνιστές τους πρέπει να σταθούμε με θαυμασμό και σεβασμό για τα πάθη τους. Η παρουσίασή μου δεν στοχεύει σε αναδημοσίευση γεγονότων αλλά στην κάλυψη ιστορικών κενών δίνοντας παράλληλα την ιστορική τους ερμηνεία.
Το Λούκοβο Πωγωνίου σημαδεύτηκε ιστορικά. Από το Λούκοβο καταγόταν ο Άγιος Νήφων ο Καυσοκαλυβίτης (1316-1411). Λαθεμένα αναφέρεται ότι καταγόταν από το ομώνυμο οικισμό στην Αλβανία καθώς το χωριό αυτό σχηματίστηκε πολύ αργότερα.
Το «Λούκοβο» σήμερα δεν υπάρχει. Η ύπαρξή του αναφέρεται στο βιβλίο προσκομιδής στη Μονή Σωσίνου. Στη σελίδα του αρ. 69 μνημονεύονται 27 δωρητές του χωριού , ο όμορο οικισμός Δημόκορη 10 και τα άλλα παραπλήσια χωριά. Η σειρά των αναφερόμενων χωριών δείχνει την πορεία των μοναχών κατά τη «ζητεία» τους και τεκμηριώνει την ύπαρξη του. Η ακριβής χρονολογία δεν αναφέρεται. Στο βιβλίο γράφονται τα έτη 1427, 1748, 1762, 1832. Το 1832 γράφονται δωρητές από τη χωριό Λάβδανη, όμορο χωριό με το Λούκοβο που σημαίνει ότι υπήρχε το 1832. Σύμφωνα με έκδοση του Κ. Παπανικολάου, το χωριό δεν αναφέρεται στην τελευταία περιοδεία του Κοσμά του Αιτωλού στη Β. Ήπειρο (1776-1779), αλλά γίνεται μνεία γι' αυτό το 1798 και εικάζει ότι οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό τους το διάστημα 1779 και 1798, πιθανόν το 1790.
Το Λούκοβο συνδέθηκε με το κατάπτυστο φόρο «παρθενοφθορίας». Σύμφωνα με τον Κ. Παπανικολάου στην εκδοσή του «Η Λάκκα Πωγωνίου και το Ψηλόκαστρο Ιωαννίνων», γράφει ότι Οθωμανός τσιφλικάς θέλησε να κάνει χρήση της παρθενοφθορίας, να κοιμηθεί με τη νύφη την πρώτη νύχτα του γάμου και να την επιστρέψει στο γαμπρό μετά 2 ή πλέον ημέρες. Όμως ο γαμπρός τον σκότωσε. Τότε συγγενείς και συντοπίτες έφυγαν από τον τόπο τους για να αποφύγουν τον αφανισμό και κατέληξαν στο “Lucove” Αλβανίας. Όμως δεν ξέχασαν τη γενέτειρά, την επισκέπτονταν, λειτουργούσαν στον Άγιο Γεώργιο και πανηγύριζαν.
Το κίνητρο να κάνω μια ιστορική στάση στο Λούκοβο Πωγωνίου ήταν ότι η παλιά οικογένεια «Μπιέρη» της Μέγγουλης (Περιστέρι) καταγόταν από τη Βραστοβά. Κατά την παράδοση, αποτελείτο από 3 αδέλφια τεχνίτες σιδεράδες που έκαναν και όπλα. Σκότωσαν το Μπέη, έφυγαν και ζήτησαν προστασία στο Χασάν Μπέη Μέγγουλης. Έχτισαν τα Μπιεράτικα σπίτια, στις θέσεις 120, 1021, 1023 του κτηματολογικού χάρτη. Τα «Μπιεράτικα» έμειναν ως τοπωνύμιο και μέχρι πρόσφατα υπήρχαν οι τοίχοι του σπιτιού και το αμόνι τους. Από τους τρεις αδελφούς, ένας δεν άφησε απογόνους και ξεχάστηκε. Ο δεύτερος, Αλέξης Μπιέρης, είναι γόνος της οικογένειας Μπούτσερου. Ο Τσάτος (Ευστράτιος) απέκτησε το Νικόλαο και τον Παναγιώτη γόνους των οικογενειών Κωσταρέλη και Έξαρχου αντίστοιχα. Τα μικρά ονόματα κληρονομήθηκαν. Οι θυγατρικές οικογένειες χωρίστηκαν και δικά της σπίτια (Μηλιώνης Α. Το Περιστέρι Πωγωνίου – Ιστορία, Παράδοση, Γενεαλογία, Αθ. 1998)
ΑΓΙΟΣ ΝΗΦΩΝ Τα «Μπιεράτικα σπίτια στη Μέγγουλη
Η παράδοση συνδέει την οικογένεια «Μπιέρη» με το Λούκοβο και ερμήνευσε το όνομα «γενναίος». Όμως ο χρόνος μπορεί να αλλοίωσε κάποια στοιχεία. Η οικογένεια «Μπιέρη» μπορεί να μην ήταν ο «δολοφόνος γαμπρός» και οι φυγάδες όλοι «Λουκοβίτες» αλλά κάτοικοι άλλων ομόρων οικισμών καθώς το συμβάν επηρέασε και άλλα όμορα χωριά.
Η παρθενοφθορία ήλθε από αρχαίους λαούς. Ο Προφήτης Ιεζεκιήλ (16.17) λέει: «καί ἔλαβες τά σκεύη τῆς καυχήσεώς σου ἐκ τοῦ χρυσίου μου καί τοῦ ἀργυρίου μου, ἐξ ὧν ἔδωκά σοι καί ἐποίησας σέ αὐτή εικόνας ἀρσενικάς καί ἐξεπόρνευσας ἐν αὐταῖς» (κατασκεύασες χρυσούς, αργυρούς φαλλούς και εκπορνεύτηκες μ’ αυτούς) που σημαίνει η παρθενοφθορία υποκαταστάθηκε με εκπόρνευση σε ναό με φαλλό αγάλματος θεού για λόγους γονιμότητας.
Στη Φαιστό Κρήτης και στα «Εκδύσια» υπήρχε το έθιμο φαλλοβασίας όπου οι νύφες πλάγιαζαν δίπλα στο άγαλμα Λεύκιππου. Η Νηρηίδα Γαλάτεια, κόρη του Ευρύτιου, παντρεύτηκε γιο του βασιλιά Πανδίωνα. Έμεινε έγκυος, ο Πανδίων ευχήθηκε να είναι αγόρι και της έδωσε εντολή αν γεννήσει κορίτσι να το σκοτώσει. Η Γαλάτεια γέννησε κορίτσι και οι μάντεις της πρότειναν να το μεγαλώσει σαν αγόρι. Είπε στον άντρα της πως γέννησε αγόρι, το Λεύκιππο. Το κορίτσι έγινε πανέμορφη νέα. Πανικοβλήθηκε γιατί ο άνδρας της θα μάθαινε το ψέμα της, πήγε στο ναό της Λητούς και παρακάλεσε τη Θεά να κάνει την κόρη αγόρι. Η Λητώ τη λυπήθηκε «καί μετέβαλε τήν φύσιν τῆς παιδός εἰς κόρον». Οι κάτοικοι της Φαιστού προς τιμή της Θεάς γιόρταζαν τα «Εκδύσια» γιατί η παρθένα έβγαλε τον πέπλο («ἐπεί τόν πέπλον ἡ παὶς ἐξέδυ») και φύτρωσαν ανδρικά όργανα στην κόρη («ἥτις ἔφυσεν μήδεα τῇ κόρῃ»). Ο μύθος λέει ότι «νόμιμον δ’ ἐστίν ἐν τοῖς γᾶμοις πρότερον παρακλίνεσθαι παρά τό ἄγαλμα τοῦ Λευκίππου» συνδυάζοντας στοιχεία γονιμότητας, μύησης και γάμου.
Στα μυστήρια Λέρνης στην Αργολίδα, σύμφωνα με τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, όταν η Σεμέλη πέθανε, ο γιος της Θεός Διόνυσος θέλησε να κατεβεί στον Άδη να τη φέρει πίσω, αλλά δεν ήξερε το δρόμο. Προσφέρθηκε ο νεαρός βοσκός Πόλυμνος να τον οδηγήσει αλλά να του δοθεί σεξουαλικά. Ο Διόνυσος δέχτηκε και έφερε πίσω τη Σεμέλη που μετονομάστηκε «Θεώνη». Όμως ο Πόλυμνος πέθανε. Ο Θεός να μη παραβεί τον όρκο του έκανε ξύλινο φαλλό από συκιά, τον τοποθέτησε στον τάφο του και κάθησε πάνω. Κατά τον Ησύχιο, στη Σάμο ο Διόνυσος λατρευόταν ως «Ενόρχης» και στη Ρόδο ως «Θυωνίδας» από τη Θυώνη, ενώ «Θυωνίδας» έλεγαν τους «συκίνους φάλλητας» δηλαδή φαλλούς από ξύλο συκιάς.
Ιστορικοί αναφέρουν ότι οι Ρωμαίοι λάτρευαν το θεό Mutunus ή Tutunus, αντίστοιχο του φαλλικού Θεού Πρίαπου των Ελλήνων και οι νεόνυμφες κάθονταν στο μεγάλο φαλλό του. Στην ουσία δεν ήταν παρθενοφθορία, αλλά φαλλοβασία (εικονική παρθενοφθορία) για λόγους γονιμότητας. Η παρθενοφθορία με τεχνητό φαλλό έχει παραμείνει στην Ινδία σήμερα και σε μερικά μέρη οι κόρες χρησιμοποιούν φαλλό που θεωρείται ότι είναι ο ίδιος ο θεός Σίβα. Η τεχνητή παρθενοφθορία ίσχυε σε Μογγολικούς και πολλούς Μουσουλμάνους λαούς.
Θρησκειολόγοι αναφέρουν ότι «η πράξη εμπίπτει στο γενικότερο έθιμο να συνευρίσκεται η γυναίκα πριν απ’ το γάμο της με το θεό, εξασφαλίζοντας τη γονιμότητά της. Τη θέση του θεού την έχει ο φαλλός ή το φαλλικό του είδωλο του, ο αρχηγός, βασιλιάς, ιερέας, ξένος». Στην Ινδία οι στείρες γυναίκες αγγίζουν ορισμένο μέρος του κορμιού τους στην κορφή του ιερού φαλλού τους. Η ίδια πράξη συναντήθηκε στην Κίνα, όπου η λατρεία του φαλλικού θεού ήταν γυναικεία λατρεία». Καταλήγοντας γράφει ότι στη μεσαιωνική και νεότερη Ευρώπη υπήρχαν φαλλικοί Άγιοι, που με ανάλογους τρόπους ή με τα ξύσματα των φαλλών που έπιναν οι γυναίκες για να θεραπεύσουν τη στειρότητα.
Η «Παρθενοφθορία» ως έθιμο μεταφέρθηκε τους επόμενου αιώνες. Υπάρχουν αρκετές αναφορές όπου άρχοντες κατήργησαν όλους τους φόρους πλην της «παρθενοφθορίας». Ενδεικτικά αναφέρονται τα χρυσόβουλα του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου προς τη Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος (1259), Ανδρόνικος Β' προς τη Μονή του Αγίου Θεολόγου στη Πάτμο (1331) και άλλα έγγραφα. Το έθιμο από τη Βυζαντινή εποχή και το Μεσαίωνα μεταφέρθηκε με Σταυροφόρους στην Ανατολή, την υιοθέτησαν οι Οθωμανοί και το επέβαλαν ως φόρο. Στην ουσία ήταν μέτρο υποταγής. Στην Ήπειρο καταργήθηκε γρήγορα, ενώ στη Θεσπρωτία και Θεσσαλία κράτησε μέχρι το 1803.





























