Εθνική σύνταξη από 320 έως 340 ευρώ

Παρά την αισιοδοξία του υπουργού Γ. Κατρούγκαλου, τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά στις διαπραγματεύσεις για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αφού οι εκπρόσωποι των δανειστών αμφισβητούν τις αναλογιστικές μελέτες και τα δημοσιονομικά στοιχεία που τους έχει παράσχει η ελληνική πλευρά.
Βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η αμφισβήτηση εκκινεί από τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύονταν οι προηγούμενοι υπουργοί και όχι από το πώς διεξάγει τις διαπραγματεύσεις η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ.
Ο δε αρμόδιος υπουργός Γ. Κατρούγκαλος δήλωσε για μία ακόμη φορά αισιόδοξος ότι μπορεί να επέλθει συμφωνία αύριο, στη νέα και τελευταία προτού φύγουν οι εκπρόσωποι του κουαρτέτου συνάντηση.
Η αισιοδοξία του Ελληνα υπουργού εδράζεται πρωτίστως στο γεγονός ότι οι δανειστές μας διά των εκπροσώπων τους δέχθηκαν τη θέση του ότι πρέπει να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις ώστε να κλείσει η διαπραγμάτευση.
«Για πρώτη φορά δεν έχουμε κάθετες αρνήσεις σε τίποτα και ελπίζουμε ότι θα υπάρξει συμφωνία» ανέφερε ο κ. Κατρούγκαλος μετά το πέρας της χθεσινής, τέταρτης συνάντησης με τους θεσμούς.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, αν τελικά υπάρξει συμφωνία, θα περικλείεται στα εξής:
◼ Η εθνική σύνταξη θα δίνεται στα 20 έτη ασφάλισης και το ποσό που θα καταβάλλεται θα είναι μεταξύ 320 και 340 ευρώ. Η ελληνική πλευρά πάντως και οι δανειστές είναι κοντά στο να συμφωνήσουν και στην καταβολή εθνικής σύνταξης με 15ετή ασφάλιση, αλλά με την καταβολή των 15/20.
◼ Οι δανειστές τελικά υποχώρησαν και συναινούν στην αύξηση της ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών. Ωστόσο δεν έχουν ακόμη συζητήσει το ύψος αυτής της εισφοράς.
◼ Επικουρικές συντάξεις: Για τους δανειστές καθίσταται εκ των ων ουκ άνευ η δραστική περικοπή των επικουρικών συντάξεων και μάλιστα εδόθη μάχη εντός της αιθούσης των συζητήσεων ώστε να διασυνδεθεί η μείωση των επικουρικών συντάξεων με την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.
◼ Κύριες συντάξεις: Υπό το πρίσμα της άρνησης των δανειστών, η κυβέρνηση «αποχρωμάτισε» την «κόκκινη» γραμμή τής μη μείωσης των κύριων συντάξεων. Πλέον η συζήτηση αφορά τη διατήρηση του συντάξιμου μισθού (συνολικά ως κύρια και επικουρική) κάτω από το ποσό των 1.400 ευρώ. Σ’ αυτό η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να πείσει τους θεσμούς να μην πειραχθεί η κύρια σύνταξη, αλλά η μείωση να προέλθει μόνο από τη δραστική περικοπή της επικουρικής και δη για όσους λαμβάνουν ποσά άνω των 400 ευρώ.
Εκεί που διαφωνούν και ακόμη δεν έχει βρεθεί τρόπος σύγκλισης των δύο αντικρουόμενων απόψεων είναι στα ποσοστά αναπλήρωσης της 15ετίας για το ανταποδοτικό κομμάτι της σύνταξης, καθότι οι δανειστές μας θέλουν ποσοστό αναπλήρωσης στο 0,5% για κάθε έτος των πρώτων 15 ετών ασφάλισης, ενώ η κυβέρνηση, παρότι έχει πέσει από το 0,8% στο 0,7%, αρνείται να μειώσει και άλλο το ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης.



























