Banner Πανω
 
 
 

Ο πρωθυπουργός, οι πολιτικοί αρχηγοί και τριάντα προσωπικότητες της πολιτικής και του ακαδημαϊκού κόσμου αρθρογραφούν

για την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας στο νέο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού της Βουλής

 

Με ένα μεγάλο αφιέρωμα στα 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, κυκλοφορεί το 19o τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού της Βουλής «Επί του… Περιστυλίου».

Στο αφιέρωμα γράφουν ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ Αλ. Τσίπρας, η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής Φώφη Γεννηματά, ο γενικός γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπας και ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης Κ. Βελόπουλος.

Με άρθρα συμμετέχουν επίσης ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου και οι πρώην αντιπρόεδροι της κυβέρνησης Ευάγγ. Βενιζέλος και Θ. Πάγκαλος καθώς και ο πρώην Πρόεδρος της ΝΔ και πρώην πρόεδρος της Βουλής Ευάγγ. Μεϊμαράκης.

Την άποψή τους καταθέτουν ακόμη πρώην υπουργοί Εξωτερικών, ευρωβουλευτές και βουλευτές των ελληνικών κομμάτων, ο Έλληνας επίτροπος στην Ε.Ε., πρώην Έλληνες επίτροποι στην Ε.Ε, νυν και πρώην στελέχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πανεπιστημιακοί-ειδικοί επιστήμονες.

Στο αφιέρωμα περιλαμβάνονται εξάλλου ρεπορτάζ για την πορεία ένταξης της Ελλάδας στην Ε.Ε., τις συζητήσεις που έγιναν στη Βουλή για την επικύρωση της συμφωνίας και τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασαν οι εφημερίδες της εποχής το θέμα.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο άρθρο του υπογραμμίζει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και σημειώνει ότι «θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για  στενότερη ευρωπαϊκή συνεργασία στους τομείς της εξωτερικής ασφάλειας και της άμυνας, με αιχμές την προστασία των συνόρων και την πολιτική ασύλου. Για οικονομικές και κοινωνικές δράσεις, με οδηγούς την κοινή ανάπτυξη και την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών. Και, φυσικά, για βαθύτερη πολιτική συνεννόηση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Όπως τονίζει ο πρωθυπουργός, η Ελλάδα θα προσέλθει στην προσεχή Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης «όχι απλώς καταθέτοντας κατευθυντήριες γραμμές, αλλά εισηγούμενη ένα ολοκληρωμένο σχέδιο το οποίο θα υπηρετεί το ευρωπαϊκό όραμα στο μέλλον».

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ Αλέξης Τσίπρας θεωρεί ότι «η πανδημία μπορεί να αποδειχθεί καταλύτης αλλαγών στην Ευρώπη. Ωστόσο, είναι ορατός ο κίνδυνος οι πρωτοβουλίες που λαμβάνονται να συνδυασθούν με νέους γύρους πολιτικών λιτότητας». Ο ίδιος θεωρεί ότι η Ε.Ε. οφείλει, μεταξύ άλλων, «να προβεί σε ενέργειες για την άρση των περιορισμών πατεντών στην παραγωγή εμβολίων, με σκοπό τον ταχύτερο εμβολιασμό των ευρωπαίων πολιτών» και «να προωθήσει τις αλλαγές που απαιτούνται στην ευρωζώνη, καθώς και στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, έτσι ώστε να μετασχηματιστεί σε Σύμφωνο σύγκλισης και βιώσιμης ανάπτυξης». Τονίζει επίσης ότι πρέπει «να επανεξετάσουμε την εφαρμογή του ‘‘χρυσού κανόνα’’, για να εξαιρούνται από τον υπολογισμό του ελλείμματος όσες δημόσιες επενδύσεις σχετίζονται με την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και των ανισοτήτων».

Η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής Φώφη Γεννηματά εξηγεί ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανταποκρίνεται σήμερα στις προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών και  της κοινωνίας και οπωσδήποτε στο όραμά μας ως προοδευτική σοσιαλδημοκρατική δύναμη». Όπως γράφει, μεταξύ άλλων, «θέλουμε βαθύτερη ενοποίηση για μια άλλη, καλύτερη, δημοκρατική Ευρώπη της συνοχής και αλληλεγγύης, που θα εξελίσσεται σε πολιτική ένωση ομοσπονδιακής λογικής και περιεχομένου, με ισχυρούς κεντρικούς θεσμούς δημοκρατικά νομιμοποιημένους,  με αναδιανεμητικές πολιτικές, πολιτικές για τη καταπολέμηση της κλιματικής κρίσης, της φτώχειας, των διαπεριφερειακών και διακρατικών ανισοτήτων».

Ο γενικός γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας αναφέρει ότι η Ε.Ε. «είναι ανεπίστρεπτα αντιλαϊκή ένωση του κεφαλαίου. Οι έγκαιρες προειδοποιήσεις του ΚΚΕ, η μάχη που έδωσε και δίνει καθημερινά μέσα στο κίνημα, στη Βουλή, στην Ευρωβουλή, για την αποκάλυψη του αντιλαϊκού χαρακτήρα της, το γκρέμισμα των αυταπατών από την εποχή της υπογραφής της Συνθήκης του Μαάστριχτ, της ΟΝΕ, του ενιαίου νομίσματος, των μνημονίων της τελευταίας δεκαετίας, του κάλπικου - εκβιαστικού δημοψηφίσματος του 2015 έως και σήμερα, αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη».

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης Κυριάκος Βελόπουλος υποστηρίζει ότι «χρειαζόμαστε εθνικό όραμα στην αγροτική μας παραγωγή και στο εμπόριο. Πρέπει να επιδιώξουμε αυτάρκεια και μεγάλα πλεονάσματα στο εμπορικό μας ισοζύγιο. Επί του παρόντος οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τον νέο, ελιτιστικής προέλευσης ευρωπαϊκό παραλογισμό των υπερφιλόδοξων πράσινων στόχων, που υποτάσσει την παραγωγή μας, την ώρα που εισάγονται παράνομα πλήθος προϊόντων από τρίτες χώρες».

Ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου υποστηρίζει ότι «παρά τα πρόσφατα βήματά της, η Ε.Ε. δεν έχει λάβει τις πρόνοιες που θα καθιστούσαν και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα πιο δίκαιο και την Ευρώπη πρωτοπόρα στον αγώνα για μια δημοκρατική διακυβέρνηση στον κόσμο». Στο άρθρο του υπενθυμίζει σειρά προτάσεων που είχε καταθέσει όταν ήταν πρωθυπουργός. Μεταξύ αυτών «ο έλεγχος και η ρύθμιση των αγορών, ο έλεγχος και η ρύθμιση των φορολογικών παραδείσων, της ροής των κεφαλαίων, ο φόρος επί των τραπεζικών πράξεων, ο φόρος σε σχέση με τα αέρια του θερμοκηπίου, τα ευρωομόλογα για το χρέος, αλλά και για την πράσινη ανάπτυξη».

Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος αναφέρεται στην αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ, τονίζοντας ότι «το κύριο μήνυμα της νέας αμερικανικής πολιτικής είναι η ανάδειξη της πρωταρχίας της πολιτικής και της διαφύλαξης της κοινωνικής συνοχής. Αυτή είναι μια εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοήσει η Ε.Ε. Παράλληλα, η πολιτική Μπάιντεν θέτει την Ε.Ε. ενώπιον κρίσιμων διλημμάτων στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Εφόσον η Ε.Ε. συμφωνεί στην ανασύσταση της Δύσης ως γεωπολιτικής οντότητας βασισμένης στον ευρωατλαντικό άξονα, όπως προτείνει ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, η στάση της απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα πρέπει να είναι πολιτικά σαφέστερη». Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, σημειώνει ότι «οφείλει τώρα να έχει ενεργό ρόλο στην ευρύτερη στρατηγική συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, άρα καθαρή εικόνα για τους εσωτερικούς ευρωπαϊκούς συσχετισμούς αλλά και για τις ευρωατλαντικές σχέσεις».

Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος στο άρθρο του αναφέρει ότι «η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι η νέα ιδεολογία που πρέπει να αντικαταστήσει τις ατελέσφορες ιδεοληψίες του 19ου αιώνα για την κοινωνική ανατροπή. Υπάρχει νέα ιδεολογία αλληλεγγύης, αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση, μείωσης των περιφερειακών διαφορών και παγκόσμιας ειρήνης: οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Η Ελλάδα πρέπει να ανήκει στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης». 

Ο πρώην πρόεδρος της ΝΔ Ευάγγελος Μεϊμαράκης τονίζει ότι η επανεκκίνηση της Ευρώπης «πρέπει να γίνει μέσα από μια νέα πολιτική αντίληψη με επίκεντρο τον άνθρωπο. Χρειαζόμαστε μια ανθρωποκεντρική Ένωση που θα ενστερνίζεται τις αγωνίες και τους προβληματισμούς του κάθε πολίτη. Ο ευρωπαίος πολίτης πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο και να περιγράψει την Ευρώπη στην οποία θέλει να ζει. Πρέπει να συνειδητοποιήσει τα προβλήματα, να τα διεκδικήσει και να απαιτήσει την επίλυσή τους, μέσα από τις δυνατότητες που του παρέχονται στο πλαίσιο της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης».

 

Ελλάδα και Ευρώπη, μια συναρπαστική διαδρομή τεσσάρων δεκαετιών

 

Του Κυριάκου Μητσοτάκη

Πρωθυπουργού της Ελλάδας

«Με την ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η Ελλάς γίνεται ισότιμη με τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, αφού θα έχει ισοδύναμη ψήφο με αυτές. ..Θα βγούμε, δηλαδή, από την αιώνια απομόνωσή μας και θα απαλλαγούμε από την ανάγκη να αναζητούμε προστάτες και κηδεμόνες».

Σε αυτές τις λιτές γραμμές συμπύκνωνε, στο διάγγελμα της Πρωτοχρονιάς του 1981, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής τα οφέλη από τη συμμετοχή της χώρας στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Απ’ τα ξημερώματα εκείνης της χρονιάς, η πατρίδα μας αποτελούσε και επίσημα το 10ο μέλος τους. Στόχος, που είχε τεθεί πριν από τη Δικτατορία, με τη συμφωνία σύνδεσης. Και οικοδομήθηκε, βήμα-βήμα, από την επομένη της ψήφισης του Συντάγματος του 1975 μέχρι τις 28 Μαΐου 1979, όταν υπογράφηκε, στο Ζάππειο, η Συνθήκη Προσχώρησης.

Χωρίς αμφιβολία, μετά την υποδειγματική μετάβαση στη Δημοκρατία, το 1974, η ένταξη του τόπου στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα αποτελούσε την αποτελεσματικότερη θωράκιση του πολιτεύματος. Αλλά και την ισχυρότερη γεωπολιτική πρωτοβουλία για εθνικά συμφέροντα, μετά τα νωπά, τότε, τραγικά γεγονότα της Κύπρου.

Το όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν συνάντησε μόνο δυσκολίες, αλλά και αντιρρήσεις. Σταδιακά, όμως, σχεδόν κάθε γωνιά του πολιτικού φάσματος αγκάλιασε το ευρωπαϊκό όραμα της φιλελεύθερης παράταξης. Και είναι αλήθεια ότι την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας υπηρέτησαν όλες οι μεταγενέστερες κυβερνήσεις. Άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη συνέπεια. Όμως πάντοτε με σταθερότητα και συνέπεια.

Μία και μόνη εξαίρεση υπήρξε, δυστυχώς, όταν για μία και μόνη φορά το μέλλον μας στην ισχυρή και ενωμένη Ευρώπη κινδύνεψε -και μάλιστα επικίνδυνα: το 2015, όταν ο άθλιος λαϊκισμός και η πολιτική ανεπάρκεια μάς έφεραν ένα βήμα πριν από την έξοδο από την ευρωπαϊκή συμμαχία. Αλλά ακόμη και σ’ εκείνη την ολέθρια συγκυρία, η Ν.Δ, πρώτη ανάμεσα στις πατριωτικές και προοδευτικές δυνάμεις, κράτησε την Ελλάδα όρθια και στο πλευρό των εταίρων της.

Για την Ελλάδα, η Ευρώπη στάθηκε πάντα ένας πολιτικός και οικονομικός συνεργάτης και ένα διαρκές δημιουργικό εργαστήρι ιδεών και πολιτισμών. Ποτέ μια απλή πηγή χρηματοδότησης. Το πιστοποιούν οι 4 επιτυχημένες προεδρίες της, που ταυτίστηκαν με δύο διευρύνσεις της Ένωσης. Η ουσιαστική συμμετοχή της στη διαμόρφωση της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Η θεσμοθέτηση πρώτα των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων και, ύστερα, των πολλαπλών πλαισίων στήριξης. Αλλά και η θητεία Ελλήνων στις ύπατες θέσεις ενωσιακών θεσμών: του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Σήμερα η χώρα μας έχει ανακτήσει την οικονομική της αναγνώριση, μετέχοντας, πια, ισότιμα στους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυρίως όμως, έχει κερδίσει ξανά την πολιτική της αξιοπιστία, με κορυφαίο ρόλο σε όλες τις μεγάλες κοινές πρωτοβουλίες. Δεν είναι κρυφό, άλλωστε, ότι αποτέλεσε παράδειγμα δράσης απέναντι στην πανδημία και είναι πρωτοπόρος στις καινοτομίες για την αντιμετώπισή της: από την ψηφιακή οργάνωση των ιχνηλατήσεων και την ευρεία χρήση των self-test μέχρι την υποδειγματική οργάνωση των εμβολιασμών.

Σε εθνικό επίπεδο αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι τα σύνορα στον Έβρο και στο Αιγαίο αποτελούν, πλέον, και στην πράξη τα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης. Ενώ στο πεδίο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό που σήμερα κάνει υπερήφανους τους Ευρωπαίους, το Ταμείο Ανάκαμψης, ξεκίνησε από μία τολμηρή επιστολή που συνυπογράψαμε 9 ηγέτες πριν από 11 μήνες. Σήμερα, η διεκδίκηση αυτή είναι πραγματικότητα. Μία απόδειξη ότι η ευρωπαϊκή συνεργασία μπορεί να ανατρέπει ταμπού δεκαετιών, όπως ήταν ο κοινός δανεισμός. Αλλά και ένα τρανό δείγμα ότι η Ελλάδα πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις της ηπείρου μας.

Επί 40 χρόνια, η συμμετοχή μας στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, πλουτίζει τη δημοκρατία μας με νέους θεσμούς κι εμπλουτίζει τα δικαιώματα των πολιτών. Η κοινοτική αρωγή προίκισε τη χώρα με υποδομές και συνέβαλε στην περιστολή των ανισοτήτων. Πάνω απ’ όλα, όμως, η ένταξή μας στην Ένωση μετέβαλε τις τύχες των Ελλήνων, ανοίγοντάς τους ένα παράθυρο στον κόσμο. Επανασυστήνοντας την πατρίδα μας όχι μόνο ως θεματοφύλακα μιας οικουμενικής κληρονομιάς. Αλλά και ως πόλου σταθερότητας σε μία ταραγμένη γωνιά του πλανήτη. Και μιας ανοιχτής Δημοκρατίας που εξελίσσεται.

Στην αυγή της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα και βαδίζοντας με αυτοπεποίθηση στην πέμπτη δεκαετία του ευρωπαϊκού της δρόμου, η Ελλάδα δεν αλλάζει πυξίδα. Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για στενότερη ευρωπαϊκή συνεργασία στους τομείς της εξωτερικής ασφάλειας και της άμυνας, με αιχμές την προστασία των συνόρων και την πολιτική ασύλου. Για οικονομικές και κοινωνικές δράσεις, με οδηγούς την κοινή ανάπτυξη και την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών. Και, φυσικά, για βαθύτερη πολιτική συνεννόηση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρώτο βήμα, θα είναι, ασφαλώς, η προσεχής Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης. Εκεί η Ελλάδα θα προσέλθει όχι απλώς καταθέτοντας κατευθυντήριες γραμμές. Αλλά εισηγούμενη ένα ολοκληρωμένο σχέδιο το οποίο θα υπηρετεί το ευρωπαϊκό όραμα στο μέλλον. Φιλοδοξώντας, έτσι, να μετατρέψει τα πρώτα σαράντα χρόνια της δικής της ευρωπαϊκής πορείας σε αφετηρία μιας νέας εποχής για ολόκληρη την ήπειρό μας.

 

 

40 χρόνια μετά την ένταξη στην ΕΟΚ: Η ανάγκη για ένα νέο όραμα για την Ελλάδα και την ΕΕ μετά την πανδημία

 

Του Αλέξη Τσίπρα

Πρώην Πρωθυπουργού, Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία

 

Η 40ή επέτειος της ένταξης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ επιβάλλει μια συνολική αποτίμηση της ιστορικής αυτής επιλογής. Μιας επιλογής που συνέβαλε στην εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα μετά τη στρατιωτική δικτατορία, αναβάθμισε τη γεωπολιτική της θέση και επέτρεψε να εξασφαλισθούν πολύ σημαντικοί οικονομικοί πόροι για την ανάπτυξη και τις υποδομές της χώρας σε μία περίοδο εντεινόμενης οικονομικής παγκοσμιοποίησης.  

H αποτίμηση αυτή, όμως, δεν γίνεται σε κενό χρόνο. H EE αποτελεί ένα άνισο πεδίο σύγκρουσης και συνύπαρξης εθνικών συμφερόντων που συχνά καθοδηγείται από τις προτεραιότητες και τους ανταγωνισμούς των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων δυνάμεων και την οπισθοχώρηση ευρωπαϊκών αξιών που επιβάλλουν οι εθνικιστικές πολιτικές ορισμένων κυβερνήσεων. Ως αποτέλεσμα, για πάνω από μία δεκαετία, η ΕΕ βρισκεται αντιμέτωπη με κρίσεις και προκλήσεις τις οποίες δυσκολεύεται ή αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και τις οποίες ο ελληνικός λαός έχει βιώσει ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον:

- η παγκόσμια οικονομική κρίση που εντάθηκε με ευρωπαϊκές πολιτικές λιτότητας στην ευρωζώνη οι οποίες μετέτρεψαν την ύφεση σε ευρωπαϊκό κανόνα, επιδείνωσαν την υπερχρέωση, εκτόξευσαν τις ανισότητες και επέτειναν τη διαίρεση Βορρά-Νότου,   

- η άνοδος της ακροδεξιάς, συνδυασμένη με ενίσχυση πολιτικών καταστολής και περιστολής δικαιωμάτων,  

- η ενίσχυση πολιτικών εθνικής περιχαράκωσης από τα κράτη-μέλη, με αποκορύφωμα το Brexit,

- η προσφυγική/μεταναστευτική κρίση που αναδεικνύει καθημερινά στις χώρες πρώτης υποδοχής το έλλειμμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης,

- η περιφερειακή αποσταθεροποίηση και η αδυναμία της ευρωπαϊκής διπλωματίας να παρέμβει αποφασιστικά και στη βάση του διεθνούς δικαίου στη γειτονιά της,

- η κρίση της πανδημίας και οι ανεπάρκειες της ευρωπαϊκής ηγεσίας στη διαχείριση του εμβολιασμού.  

Είναι σαφές ότι τον τελευταίο χρόνο, με επιταχυντή την πανδημία, η ΕΕ έχει προχωρήσει σε σημαντικά βήματα όπως η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο, ωστόσο, δεν βασίζεται σε αντίστοιχο ύψος κονδυλίων και κοινωνικών μεταβιβάσεων με τις ΗΠΑ. Κυρίως, υιοθετούνται προοδευτικές πολιτικές που είχαν λοιδορηθεί στο παρελθόν, όπως η έκδοση κοινού χρέους με ισχυρό το σκέλος των επιχορηγήσεων προς τα πιο αδύναμα κράτη-μέλη, και η αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας.

Παράλληλα, καθιερώθηκε η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και ο Μηχανισμός Δίκαιης Μετάβασης, έχουν εξασφαλισθεί σημαντικά κονδύλια για την ψηφιακή μετάβαση, ενώ προωθούνται ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες απέναντι στις ακροδεξιές δυνάμεις και σε πολιτικές που παραβιάζουν το κράτος-δικαίου σε κράτη-μέλη. Ανοίγει μια -έστω- ελλιπής συζήτηση για ένα νέο ευρωτουρκικό πλαίσιο διαλόγου και εντείνεται η συζήτηση γύρω από το προσφυγικό/μεταναστευτικό, δυστυχώς στη βάση ενός εξαιρετικά προβληματικού σχεδίου Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου.   

Διανύουμε, λοιπόν, σήμερα, μια κρίσιμη καμπή. Εάν υπάρξει ουσιαστική πίεση σε πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό επίπεδο και αυτά τα βήματα ολοκληρωθούν, η πανδημία μπορεί να αποδειχθεί καταλύτης αλλαγών στην Ευρώπη. Ωστόσο, είναι ορατός ο κίνδυνος οι ανωτέρω πρωτοβουλίες να συνδυασθούν με νέους γύρους πολιτικών λιτότητας, με πρόσχημα το πρόσθετο χρέος που δημιουργεί η αντιμετώπισή της πανδημίας και η αύξηση των δημόσιων δαπανών. Είναι ορατός ο κίνδυνος η μεταπανδημική Ευρώπη να είναι τελικά μια ακόμα λιγότερο αλληλέγγυα, κοινωνική και ενεργή διπλωματικά Ευρώπη. Μια Ευρώπη που ντύνει τη λιτότητα πράσινη, χτίζει ψηφιακά και αστυνομικά τείχη γύρω από τη φτώχεια και την ανεργία, ονομάζει τα push-backs νόμιμα και κάνει τα στραβά μάτια όταν η γειτονιά της καταρρέει και τα κράτη-μέλη της απειλούνται.

Απέναντι σε αυτήν την προοπτική, η ευρωπαϊκή πολιτική της Ελλάδας πρέπει να αξιοποιήσει τις συμμαχίες της για να μετατοπίσει τον διάλογο σε μια σειρά από τομείς. Στόχος πρέπει να είναι, η ΕΕ:

- Να προβεί σε ενέργειες για την άρση των περιορισμών πατεντών στην παραγωγή εμβολίων, με σκοπό τόσο τον ταχύτερο εμβολιασμό των ευρωπαίων πολιτών, όσο και την ουσιαστική συμμετοχή της στο πρόγραμμα COVAX για τις πιο φτωχές χώρες.

- Να προχωρήσει με ταχύτερους ρυθμούς την κοινωνική και πολιτική της ενοποίηση και την οικονομική σύγκλιση, τη δεσμευτικότητα του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων, τη δημοκρατική εμβάθυνση και την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ας μην ξεχνάμε τη σημαντική συμβολή που είχε η Ελλάδα στην πολιτική συνοχής τη δεκαετία ’80 όταν διεκδίκησε και πέτυχε το πρόδρομο αναπτυξιακό εργαλείο των σημερινών «Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης». Στο ίδιο πνεύμα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνεργάστηκε με άλλες προοδευτικές κυβερνήσεις και πολιτικές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την προώθηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων.

- Να προωθήσει ουσιαστικά και συμμετοχικά τη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης αναγνωρίζοντας τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τους λαούς της Ευρώπης από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

 - Να προωθήσει τις αλλαγές που απαιτούνται στην Ευρωζώνη, καθώς και στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης έτσι ώστε να μετασχηματιστεί σε Σύμφωνο σύγκλισης και βιώσιμης ανάπτυξης. Με αυτόν τον τρόπο θα υπάρξουν ρεαλιστικές προσαρμογές στους κανόνες για τα ελλείμματα και το χρέος, που θα επιτρέπουν στα κράτη-μέλη να στηρίζουν προνοιακές πολιτικές και εθνικές πολιτικές παραγωγικής ανασυγκρότησης. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επανεξετάσουμε την εφαρμογή του «χρυσού κανόνα», για να εξαιρούνται από τον υπολογισμό του ελλείμματος, όσες δημόσιες επενδύσεις σχετίζονται με την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και των ανισοτήτων. Πρέπει, επίσης, να επεξεργαστούμε έξυπνους τρόπους ελάφρυνσης, μετακύλισης στο μέλλον ή μερικής διαγραφής του πρόσθετου δημόσιου κορονοχρέους που δημιουργεί η αντιμετώπιση της πανδημίας.

- Να ολοκληρώσει την Τραπεζική ένωση και ειδικά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων, να ενισχύσει τη δημοσιονομική ενοποίηση, με αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους κρατών-μελών, και να δώσει μόνιμο χαρακτήρα στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως έχει προτείνει το Ευρωπαικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

- Να καθορίσει έναν οδικό χάρτη για τον τερματισμό των φορολογικών παραδείσων εντός της ΕΕ, τη θέσπιση παγκόσμιου κατώτατου εταιρικού φόρου και την αλλαγή του τρόπου φορολόγησης πολυεθνικών επιχειρήσεων.

 - Να προωθήσει ένα Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου που να βασίζεται στον δίκαιο επιμερισμό της ευθύνης εξέτασης αιτούντων άσυλου, ένα νέο πρόγραμμα μετεγκαταστάσεων, μια κοινή πολιτική ασύλου και επιστροφών και ένα σοβαρό πρόγραμμα νόμιμων οδών επανεγκατάστασης από γειτονικές χώρες προς την ΕΕ.   

- Στο πλαίσιο του διατλαντικού διαλόγου και πέρα από αυτόν, να δώσει το δικό της στίγμα υπέρ της ειρήνης και τους διεθνούς δικαίου σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο. Η ΕΕ πρέπει να στηρίξει ένα ισχυρό πλαίσιο ευρωτουρκικού διαλόγου που να συνδέει την προώθηση μιας ουσιαστικής θετικής ατζέντας με την Τουρκία με τον σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας και την ενεργοποίηση μηχανισμού κυρώσεων εάν η Τουρκία επανέλθει στις παραβιάσεις. Ένα πλαίσιο που να ενθαρρύνει την δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού στη βάση των Αποφάσεων του ΟΗΕ και του πλαισίου Γκουτέρρες, με συμμετοχή της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις. Ένα πλαίσιο που να συνδέει τη θέση σε ισχύ της αναθεωρημένης τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας με τουρκική υποχρέωση προσφυγής στη Χάγη με την Ελλάδα για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Παράλληλα, η ΕΕ πρέπει να καταβάλει κάθε προσπάθεια για την προώθηση των ενταξιακών διαδικασιών Βόρειας Μακεδονίας και Αλβανίας, υπό τους όρους που έχουν θέσει τα προηγούμενα Ευρωπαϊκά Συμβούλια. Το πολύτιμο κεφάλαιο της Συμφωνίας των Πρεσπών που ανέδειξε τον ρόλο της Ελλάδας ως δύναμη σταθερότητας στην περιοχή πρέπει να αξιοποιηθεί, όπως αξιοποιήθηκε η εξαιρετικά σημαντική επιτυχία της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ το 2004.         

Σήμερα ανατρέχουμε όχι μόνο στα 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, αλλά και στα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Στο πλαίσιο αυτό, οφείλουμε να αναστοχαστούμε συνολικά το όραμά μας για την Ελλάδα του μέλλοντος και τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και στον κόσμο.  

Για ένα σημαντικό μέρος των τελευταίων σχεδόν 200 χρόνων ως κράτος αλλά και 40 χρόνων ως μέλος της ΕΕ, η εξωτερική και οικονομική πολιτική της Ελλάδας είχε προσανατολιστεί στην αναζήτηση προστάτιδων δυνάμεων, σπαταλώντας – την ίδια στιγμή - πόρους, ευκαιρίες και ανθρώπινο δυναμικό εντός της χώρας στον βωμό ενός κράτους πελατειακών συμφερόντων. Σήμερα, όχι μόνο οφείλουμε να μην αναζητούμε προστάτες, να ασκούμε μια ισχυρή ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, να διαχειριστούμε υπεύθυνα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και να προωθήσουμε ενεργά την παραγωγική ανασυγκρότηση στη βάση της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, αλλά πρέπει να καταβάλλουμε και κάθε προσπάθεια ώστε η πολιτική της ΕΕ να μην καθορίζεται από τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες δυνάμεις και τις εθνικιστικές πολιτικές που την βυθίζουν σε κρίσεις τα τελευταία χρόνια.  Αν ο αγώνας του ελληνικού λαού για έξοδο από τα μνημόνια αποδεικνύει κάτι είναι ότι πρέπει να παλέψουμε για όλα αυτά μαζί.  

Ένας από τους σημαντικότερους ιδρυτές της ΕΕ, ο Αλτιέρο Σπινέλι, εμπνεύστηκε το όραμα της Ελεύθερης και Ενωμένης Ευρώπης φυλακισμένος από τη δικτατορία του Μουσολίνι. Υποστήριξε σθεναρά ότι η νίκη κατά του φασισμού δεν θα έχει τόση μεγάλη αξία εάν η Ευρώπη επέστρεφε σε ένα οικονομικό και πολιτικό σύστημα που θα καθοριζόταν από τον κοντόθωρο ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και τον εθνικισμό, διότι αυτό το σύστημα θα οδηγούσε πάλι την Ευρώπη σε κρίση.

Η αξία των θέσεών του επιβεβαιώνεται και σήμερα.  

 

Οι κρίσεις οδηγός για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό μέλλον

 

Της Φώφης Γεννηματά

Προέδρου Κινήματος Αλλαγής

 

Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Ελλάδας ήταν και παραμένει μια επιλογή που έχει δικαιωθεί ιστορικά και έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στη γεωπολιτική θέση της χώρας, στην οικονομική και κοινωνική της εξέλιξη, παρά τις επιμέρους ενστάσεις, δυσκολίες και προβλήματα. Η σχέση μας, εξάλλου, με την ΕΟΚ και αργότερα Ε.Ε., από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 που καταθέσαμε την αίτηση σύνδεσης μέχρι σήμερα, δεν ήταν γραμμική. Δοκιμάστηκε και εξελίχθηκε μέσα από πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, εθνικούς ανταγωνισμούς, αλλά και πολυεπίπεδες κρίσεις, που εν μέρει την ταλανίζουν ακόμη. Ιδιαίτερα στις σημερινές ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς πως η χώρα μας θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υγειονομικές και οικονομικές απαιτήσεις της πανδημίας και τις γεωπολιτικές προκλήσεις, χωρίς την στήριξη της Ε.Ε.

Η Ελλάδα επιδίωξε την πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα για μια σειρά από στρατηγικούς λόγους. Η αξιολόγηση μιας πορείας, που κλείνει φέτος 40 χρόνια, μας οπλίζει με την απαραίτητη αυτογνωσία, ώστε να μπορούμε να κοιτάξουμε με αυτοπεποίθηση μπροστά στο κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον. Για να διεκδικήσουμε περισσότερα ως ενεργοί συν -διαμορφωτές της Ελλάδας που θέλουμε, μέσα από την Ευρώπη που διεκδικούμε.

Αξιολογώντας την 40χρονη παρουσία της Ελλάδας στην Ε.Ε αξίζει να σταθούμε σε κάποιες βασικές επισημάνσεις:

Πρώτον, η Ε.Ε αποτέλεσε το θεσμικό πλαίσιο στην προσπάθεια της Ελλάδας να πάψει να είναι μια φτωχή περιφερειακή χώρα, με αποικιοκρατικού τύπου εξαρτήσεις και ασταθείς θεσμούς. Η πικρή εμπειρία της δικτατορίας, η επιστροφή της δημοκρατίας και η συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δημιούργησαν το γόνιμο πολιτικό και κοινωνικό έδαφος για την Πολιτική Αλλαγή του 1981, που θωράκισε τη δημοκρατία και οικοδόμησε την εθνική συμφιλίωση. Η σταδιακή διαδικασία εξευρωπαϊσμού των θεσμών, η ενιαία αγορά, το ευρωπαϊκό δίκαιο και το κοινοτικό κεκτημένο δημιούργησαν ένα ισχυρό περίβλημα προστασίας του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας μέχρι σήμερα, δημιουργώντας παράλληλα συναινέσεις μέσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Δεύτερον, η Ελλάδα ως ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας ενίσχυσε την ανεξαρτησία της και τη θέση της στο διεθνές και περιφερειακό σύστημα. Από τη μόνο-εξάρτηση από τις ΗΠΑ και τις παρεμβάσεις τους στη μεταπολεμική πολιτική ζωή, η Ελλάδα επιδίωξε ένα ευρύτερο και ασφαλέστερο πλέγμα συμμαχιών, ιδιαίτερα υπό το φως των γεγονότων της Κύπρου το 1974, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συμμαχίας. Τα σύνορα της Ελλάδας έγιναν ευρωπαϊκά σύνορα, η τελωνειακή, αστυνομική και δικαστική συνεργασία ενίσχυσαν την εσωτερική ασφάλεια. Όπως έχει γραφτεί εύστοχα, η Ελλάδα κατέστη υποκείμενο και όχι αντικείμενο της διεθνούς διπλωματίας. Και αυτό της επέτρεψε να αποκτήσει εθνική αυτοπεποίθηση, τόσο στις σχέσεις της με τη Δύση, αλλά κυρίως και απέναντι στην Τουρκία και τις άλλες βαλκανικές χώρες. Η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. άλλωστε αποτελεί ιστορικό επίτευγμα, που δεν θα ήταν εφικτό, αν η Ελλάδα δεν διέθετε το συγκριτικό πλεονέκτημα να αξιοποιήσει το τεράστιο κεφάλαιο της Ευρώπης, για να πετύχει έναν επωφελή συμβιβασμό.

Τρίτον, η συμμετοχή στην Ενιαία Αγορά και αργότερα στην ΟΝΕ συνέβαλε καθοριστικά στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Εισέρρευσαν σημαντικοί πόροι, η χώρα μας έφτασε να κατατάσσεται στις 35 πιο πλούσιες χώρες του πλανήτη, η κοινωνική κινητικότητα έδωσε νέες ευκαιρίες σε εκατομμύρια Έλληνες, δημιουργήθηκε μια ισχυρή μεσαία τάξη, εκσυγχρονίστηκαν και αναπτύχθηκαν υποδομές, γεφυρώθηκαν περιφερειακές ανισότητες.

Μια αντικειμενική αποτίμηση οφείλει όμως να σταθεί και σε καίριες κριτικές επισημάνσεις.

Ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός έναντι της ενίσχυσης των αντιπροσωπευτικών δημοκρατικών θεσμών, η κυριαρχία των πολιτικών διαρκούς δημοσιονομικής πειθαρχίας με πολιτικές σκληρής λιτότητας, η αδυναμία στην αποτελεσματική διαχείριση στην αντιμετώπιση κρίσεων και απειλών, δημιουργούν προβληματισμό στους πολίτες και ενισχύουν τις δυνάμεις αντιευρωπαϊκής, λαϊκίστικης ρητορικής.

Ιδιαίτερα στην προσφυγική κρίση η απροθυμία της ΕΕ να την αντιμετωπίσει αποφασιστικά, μετακύλησαν το πρόβλημα στα ελληνικά σύνορα, ενώ μετέτρεψαν το αντιδημοκρατικό καθεστώς της Τουρκίας σε ρυθμιστή, αναβαθμίζοντας τη διαπραγματευτική του θέση, αλλά και εξοπλίζοντάς το με ένα επιπλέον “όπλο” εναντίον της Ελλάδας και της Ευρώπης. Με αποτέλεσμα η Ευρώπη ουσιαστικά παρακολουθεί τον Ερντογάν να θέτει σε εφαρμογή τη νέο - οθωμανική φαντασίωση της «γαλάζιας πατρίδας», να αλωνίζει στη ΝΑ Μεσόγειο και να ευτελίζει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς χωρίς κυρώσεις και στρατηγική αντιμετώπισης.

 

Επομένως, παρά τα επιτεύγματά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανταποκρίνεται σήμερα στις προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών και της κοινωνίας και οπωσδήποτε στο όραμά μας ως προοδευτική σοσιαλδημοκρατική δύναμη. Θέλουμε βαθύτερη ενοποίηση για μια άλλη, καλύτερη, δημοκρατική Ευρώπη της συνοχής και αλληλεγγύης που θα εξελίσσεται σε Πολιτική Ένωση ομοσπονδιακής λογικής και περιεχομένου με ισχυρούς κεντρικούς θεσμούς δημοκρατικά νομιμοποιημένους, με αναδιανεμητικές πολιτικές, πολιτικές για τη καταπολέμηση της κλιματικής κρίσης, της φτώχειας, των διαπεριφερειακών και διακρατικών ανισοτήτων, με ισχυρό προϋπολογισμό και «ικανότητες» να χειρίζεται και να επιλύει διεθνείς κρίσεις και να προστατεύει τα κράτη μέλη της ως συντελεστής ειρήνης και σταθερότητας.

Η παράταξη μας είναι αταλάντευτα ταυτισμένη με την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ, ως κυβέρνηση κατάφερε να διεκδικήσει και να πετύχει σημαντικές νίκες σε ευρωπαϊκό επίπεδο που ωφέλησαν την πατρίδα και τις αδύναμες οικονομικά χώρες. Με τη θεσμοθέτηση αρχικά των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων προγραμμάτων (Μ.Ο.Π) και στη συνέχεια με τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και το Ταμείο Συνοχής, που συνέβαλαν καθοριστικά στην οικονομική σύγκλιση και κοινωνική συνοχή. Επίσης πέτυχε την ισότιμη συμμετοχή της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και την ζώνη του ευρώ και έφερε την Κύπρο στην Ένωση. Είχε σημαντικές παρεμβάσεις στην εξέλιξη της ενιαίας αγοράς και στα καταστατικά κείμενα της Ένωσης, την ειρήνη και τη σταθερότητα στη ΝΑ Μεσόγειο. Η νεότερη πορεία της χώρας στην Ευρώπη είναι ταυτισμένη με το μεγάλο μεταρρυθμιστικό έργο του ΠΑΣΟΚ, την εθνική συμφιλίωση, τον εκδημοκρατισμό, την κοινωνική ειρήνη, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την ισχυρή παρουσία της χώρας στα «διεθνή fora».

Γι’ αυτό και για εμάς, η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης που αρχίζει επίσημα προσφέρει την ευκαιρία για την κατάθεση και επεξεργασία των προτάσεων εκείνων που θα οδηγήσουν στη νέα, δημοκρατική, προοδευτική Ευρώπη των πολιτών. Θα είμαστε ενεργά και πρωταγωνιστικά παρόντες με τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, για να θέσουμε ψηλά στην ατζέντα τα θέματα της δίκαιης ανάπτυξης, της αειφορίας, της αντιμετώπισης των ανισοτήτων, της διαγενεακής αλληλεγγύης, του αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, της προστασίας της εργασίας. Δίνοντας την ευκαιρία συμμετοχής και έκφρασης σε κοινωνικές ομάδες που συνήθως απέχουν ή αδιαφορούν για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που υφίστανται τις χειρότερες συνέπειες των απανωτών κρίσεων ή περιθωριοποιούνται εξαιτίας της πανδημίας, όπως οι γυναίκες, οι νέοι, οι μετανάστες, οι ΛΟΑΤΚΙ, οι επισφαλείς εργαζόμενοι, οι “χαμένοι” της παγκοσμιοποίησης.

Η Ε.Ε για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος, οφείλει να υπερβεί τις συντηρητικές αντιλήψεις, τις αντιφάσεις και διαιρέσεις που την ταλανίζουν και εξακολουθούν να δρουν ανασταλτικά στην επιβεβλημένη πορεία για την ουσιαστική πολιτική ενοποίησή της.

 

 

«40 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΕ»: ΩΡΑ ΓΙΑ ΕΞΑΓΩΓΗ ΧΡΗΣΙΜΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ.

 

Του Δημήτρη Κουτσούμπα

ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

 

            Οι 4 δεκαετίες που συμπληρώνονται φέτος από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ, αποτελούν ένα ικανό χρονικό διάστημα για να έχουμε μια ασφαλή εκτίμηση για το ποιος τελικά κέρδισε και ποιος έχασε από τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ, να δούμε ποιες προβλέψεις επαληθεύτηκαν, ποιος έλεγε αλήθειες και ποιος έτρεφε αυταπάτες, κυρίως, όμως, να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα και για το σήμερα και για το αύριο.

            Η ένταξη της χώρας στην ΕΕ δεν υπαγορεύτηκε από τα συμφέροντα του λαού της,  αλλά από τα συμφέροντα της αστικής τάξης της. Για να εξυπηρετηθούν οι δικοί της στόχοι μεθοδεύτηκε η ένταξη σε αυτήν τη διακρατική συμμαχία του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Ο λαός δεν ρωτήθηκε ποτέ. Ερήμην του οι αστικές κυβερνήσεις υπέγραψαν όλες τις συμφωνίες ενσωμάτωσης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ στην ΕΕ και αργότερα στην ΟΝΕ (Ευρωζώνη).

            Συνειδητά η αστική τάξη της χώρας και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι, παραχώρησαν μέρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, προκειμένου να κατοχυρώσουν την εξουσία τους, να ενισχύσουν τους μηχανισμούς και τα μέσα για την πιο αποδοτική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Η άρχουσα τάξη επεδίωκε, επίσης, με αυτή την επιλογή να ισχυροποιήσει τη θέση της στο διεθνή ανταγωνισμό, διεκδικώντας μεγαλύτερο κομμάτι από τη λεία της εκμετάλλευσης των λαών της Ευρώπης, άλλων λαών.

            Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα, 40 χρόνια μετά, ελάχιστα μιλούν για εκείνες τις κάλπικες υποσχέσεις και τα συνθήματα περί «κοσμογονίας» που συνόδευσαν τα πρώτα χρόνια της ένταξης. Μόνο θυμηδία προκαλούν σήμερα τα αλήστου μνήμης συνθήματα για «σύγκλιση», αν αναλογιστεί κανείς, ότι ο λαός μας βίωσε στην πράξη ότι είναι στο DNA κάθε συμμαχίας του κεφαλαίου, η όλο και πιο βαθιά ανισομετρία ανάμεσα στα κράτη - μέλη, η ταξική ανισότητα ανάμεσα στα μονοπώλια από τη μια και την εργατική τάξη, το λαό από την άλλη.

            Στην πορεία των χρόνων, όσο αποκαλύπτονταν τα έωλα συνθήματα περί «ευημερίας», «ασφάλειας», «οικογενειακής αλληλεγγύης», τόσο μετατρέπονταν σε αυτά του «μικρότερου κακού», των «ελάχιστων δικαιωμάτων», της καλλιέργειας φόβων, ανασφάλειας, εκβιαστικών διλημμάτων.

            Όχι μόνο δεν «έφαγε ο ελληνικός λαός με χρυσά κουτάλια», όπως υπόσχονταν τα άλλα κόμματα, αλλά γνώρισε κυρίως επιδείνωση σε όλους τους δείκτες της ζωής και των δικαιωμάτων του. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν υπολογίσει κανείς σήμερα τις ανεκπλήρωτες ανάγκες του στη μόνιμη - σταθερή δουλειά, στην κοινωνική ασφάλιση, στην υγεία, στην παιδεία, παντού, συγκριτικά με την τεράστια αύξηση των παραγωγικών, επιστημονικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων της εποχής μας.

            Η ΕΕ αποδείχθηκε τελικά αντίπαλος του ελληνικού, όπως και των άλλων λαών. Και έχουν τεράστιες, βαριές ευθύνες τόσο η ΝΔ, όσο και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, με όλα τα κόμματα - συμπληρώματά τους, που προώθησαν και ταυτόχρονα επιχείρησαν να εξωραΐσουν τη στρατηγική της ΕΕ. Μέσα από σκληρά αντιλαϊκά μέτρα και μηχανισμούς, απογείωσαν την επίθεση στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Μέσα από ευρωπαϊκούς κανονισμούς και οδηγίες, υλοποιώντας τις απαιτήσεις των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, εφαρμόστηκαν σαρωτικές ανατροπές σε εργατικά δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αίμα, καταργώντας το οκτάωρο, την κοινωνική ασφάλιση, τις ΣΣΕ, την Κυριακάτικη αργία, προωθώντας την εργασιακή γαλέρα με ελαστική εργασία, την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, την ανακύκλωση της ανεργίας και τόσα άλλα.

            Οι αυτοαπασχολούμενοι μικροεπιχειρηματίες, που δέχτηκαν κι αυτοί -όλα αυτά τα χρόνια- μεγάλα χτυπήματα από την ΕΕ, τα μονοπώλια και τις κυβερνήσεις, καταγράφουν λουκέτα, συσσωρευμένα χρέη και υποχρεώσεις, την ώρα που οι μεγάλοι όμιλοι τους εκτοπίζουν και μάλιστα πριμοδοτούνται κι από πάνω με «ζεστό χρήμα».

            Με την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) τα μονοπώλια απέκτησαν τη δυνατότητα να συμπιέζουν χωρίς όριο τις τιμές αγοράς των αγροτικών προϊόντων, επιτείνοντας την καταλήστευση του βιοπαλαιστή αγρότη, που αδυνατεί να ανταποκριθεί στο τεράστιο κόστος παραγωγής και τα χρέη.

            Το ξέσπασμα της πανδημίας αποκάλυψε τη γύμνια του εμπορευματοποιημένου – επιχειρηματικού δημόσιου τομέα «της μιας νόσου», με τον ιδιωτικό τομέα να θησαυρίζει και εν μέσω πανδημίας. Η υγεία - εμπόρευμα με βάση την ατομική ευθύνη, η απαλλαγή της εργοδοσίας από κάθε ευθύνη λήψης μέτρων, έχει οδηγήσει στο αδιέξοδο των αλλεπάλληλων lockdown, στο χάος με καθυστερήσεις στον εμβολιασμό, που με κριτήριο τα κέρδη τους λυμαίνονται οι φαρμακοβιομηχανίες.

            Σε όλα αυτά τα 40 χρόνια στην ΕΕ εντάθηκε η καταστολή, ο αυταρχισμός, το χτύπημα στο δικαίωμα της απεργίας, τη διαδήλωση, τη συνδικαλιστική δράση, γιγαντώθηκε το ευρωφακέλωμα, ο χαφιεδισμός, η συλλογή, επεξεργασία και εμπορία δεδομένων σε βάρος των λαών, για τα κέρδη των ομίλων.

            Η όλο και μεγαλύτερη προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στην καπιταλιστική αγορά, με κριτήριο το κέρδος, έχει ως αποτέλεσμα την ακριβοπληρωμένη αμάθεια στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης των παιδιών μας, τις τραγικές ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς, σε υποδομές που σπεύδουν οι ιδιώτες από αυτά να επωφεληθούν, με την εργατική - λαϊκή οικογένεια να πληρώνει αδρά.

            Η παντελής έλλειψη αντισεισμικών, αντιπλημμυρικών έργων, αντιπυρικής προστασίας, υποδομών στη χώρα μας, έχει κι αυτή τη σφραγίδα της ΕΕ, υπαγορεύεται από το κριτήριο του αδηφάγου κέρδους των επιχειρηματικών ομίλων κι έχει οδηγήσει σε μεγάλες τραγωδίες μετά από κάθε φυσική καταστροφή.

            Ο πακτωλός των δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης, που δίνεται στο όνομα του ξεπεράσματος της οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης που επιτάχυνε η πανδημία, στην πράξη σημαίνει χρηματοδότηση - μαμούθ στο κεφάλαιο και νέο φόρτωμα των βαρών στο λαό.

            Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης που το συνοδεύει, αποτελεί στην ουσία ένα 5ο «super μνημόνιο». Οι “πράσινες” και ψηφιακές επενδύσεις, που σχεδιάζονται με βάση την ευρωενωσιακή στρατηγική, σηματοδοτούν για το λαό «τσουνάμι» νέων προαπαιτούμενων αντεργατικών μέτρων, μαζί με πανάκριβα “πράσινα” και ψηφιακά προϊόντα κι υπηρεσίες, επιβολή νέων πράσινων φόρων κ.ά.

            Στο έδαφος αυτό, ο ανταγωνισμός της ΕΕ και των ισχυρών κρατών της, ιδίως της Γερμανίας, της Γαλλίας με άλλα επίσης ισχυρά καπιταλιστικά κράτη σήμερα, όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία, εκτοξεύουν την επιθετικότητα και στρατιωτικοποίηση της ΕΕ.

            Οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ΕΕ-ΝΑΤΟ-ΗΠΑ σε Ουκρανία, Συρία, Λιβύη και άλλες χώρες, αιματοκύλισαν τους λαούς, γιγάντωσαν την προσφυγιά, την οποία με απάνθρωπες κατευθύνσεις διαχειρίζονται η ΕΕ και οι κυβερνήσεις της.

            Στο έδαφος αυτών των επεμβάσεων και ανταγωνισμών, οξύνεται η επιθετικότητα της Τουρκίας, που ενθαρρύνεται τόσο από το ΝΑΤΟ όσο και από την ΕΕ. Η ελληνική άρχουσα τάξη, επιδιώκοντας την γεωστρατηγική αναβάθμισή της, εμπλέκεται επίσης όλο και πιο βαθιά στους επικίνδυνους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς.

            Έχει πλέον καταρρεύσει ο μύθος της δήθεν προστασίας των «συμμάχων» της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που αντιμετωπίζοντας την Τουρκία ως στρατηγικό εταίρο για τα δικά τους συμφέροντα, προωθούν την επικίνδυνη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο και μεθοδεύουν οδυνηρούς για το λαό συμβιβασμούς στα κυριαρχικά δικαιώματα.

            Ο λαός μας μπορεί σήμερα να κρίνει πόσο δίκιο είχε το ΚΚΕ, όταν έλεγε ότι οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες όχι μόνο δεν είναι «απάνεμο λιμάνι», αλλά μόνο πηγή αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, ανασφάλειας, πηγή μονίμων κινδύνων εμπλοκής σε πολεμικές αναμετρήσεις.

            Η ΕΕ δεν είναι αιώνια. Ούτε βελτιώνεται ούτε διορθώνεται με κάποιες προτάσεις και μεταρρυθμίσεις «εντός των τειχών». Είναι ανεπίστρεπτα αντιλαϊκή ένωση του κεφαλαίου. Οι έγκαιρες προειδοποιήσεις του ΚΚΕ, η μάχη που έδωσε και δίνει καθημερινά μέσα στο κίνημα, στην βουλή, την ευρωβουλή, για την αποκάλυψη του αντιλαϊκού χαρακτήρα της, το γκρέμισμα των αυταπατών από την εποχή της υπογραφής της Συνθήκης του Μαάστριχτ, της ΟΝΕ του ενιαίου νομίσματος, των μνημονίων της τελευταίας δεκαετίας, του κάλπικου - εκβιαστικού δημοψηφίσματος του 2015 έως και σήμερα, αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη.

            Πραγματική διέξοδος για το λαό αποτελεί η οργάνωση της πάλης για τα δικαιώματά του σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, η οικοδόμηση μιας μεγάλης συμμαχίας της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και των βιοπαλαιστών αγροτών, όλων των λαϊκών δυνάμεων του τόπου. Σε αυτήν την προοπτική, με την εργατική τάξη, το λαό στην εξουσία, με κοινωνικοποίηση του πλούτου, με κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό της οικονομίας και αμοιβαία επωφελείς πραγματικά ισότιμες σχέσεις με άλλα κράτη και σε φιλία και κοινή πάλη με τους άλλους λαούς, η αποδέσμευση από την ΕΕ μπορεί να αποβεί προς το συμφέρον του ελληνικού λαού, σηματοδοτώντας την απαλλαγή του από τα σημερινά δεσμά κι αδιέξοδα.

 

Καλά, άσχημα και μέλλον την Ευρώπης

 

Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

 

Η συμμετοχή στην ΕΕ πρέπει να κριθεί δίκαια, ρεαλιστικά και ψύχραιμα, όχι με πνεύμα ελιτίστικου ρομαντισμού.

Πρέπει να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα που θα μας βοηθήσουν στην περαιτέρω πορεία μας.

Από οικονομικής άποψης, η συμμετοχή στην ΕΕ έχει αναλογίες με τη συμμετοχή σε προετοιμασία μαραθωνίου.

Οι εκπρόσωποι της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, στη παρουσία τους στις Βρυξέλλες, δεσμεύονταν για "καλή διατροφή και προπόνηση", όμως επιστρέφοντας στην Ελλάδα έκαναν "ανθυγιεινές" επιλογές.

Οι “μεσάζοντες” της μεταπολίτευσης μας έδωσαν λεφτά για καταχρήσεις. Όχι για βελτίωση. Για άμεση κατανάλωση. Όχι για βελτίωση, αυτοδυναμία, αυτοκυριαρχία και καλό μέλλον, όπως έκαναν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ορθώνοντας ανάστημα.

Η ΕΕ δεν είναι αποκλειστικά μια κακή ή καλή λέσχη. Είναι μια λέσχη κρατών με συμφέροντα που αλλού συγκρούονται, κι αλλού ταυτίζονται.

Δυστυχώς, το ότι οι πονηροί πολιτευτές ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ δεν έκαναν τίποτα για να βοηθήσουν τον αθλητή-Ελλάδα στο μαραθώνιο, σημαίνει ότι σχεδόν το σύνολο του παραγωγικού τομέα της οικονομίας μας, τα "ασημικά" μας πέρασαν σταδιακά σε ξένα χέρια, καθώς χάναμε τον έναν αγώνα μετά τον άλλο και ο διεθνής ανταγωνισμός κέρδιζε. Οι ελληνικές εταιρίες βάλαν λουκέτο, καθώς κανείς δεν τις προστάτεψε και οι δημόσιες συχνά "ιδιωτικοποιήθηκαν" αγοραζόμενες από δημόσιες εταιρίες άλλων κρατών (π.χ. ΟΤΕ). Άραγε φταίνε οι Βρυξέλλες που δε προπονηθήκαμε; Μάλλον φταίει το μεταπολιτευτικό μας σύστημα. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, η μέθοδος των ελληνικών ηγεσιών, ευνόησε τα συμφέροντα των άλλων κρατών που "αγόρασαν Ελλάδα" φθηνά.

Πολλοί αγώνες θα συνεχίζουν να διοργανώνονται.

Μπορεί να είμαστε χαμηλά στις κατηγορίες, αλλά βεβαίως μπορούμε να ανέβουμε. Αυτό απαιτεί πραγματικό πατριωτισμό. Το πολιτικό σύστημα να αγαπάει τον αθλητή-Ελλάδα και, πρωτίστως, να χαίρεται να τον βλέπει να κερδίζει.

Αδιαμφισβήτητο επίτευγμα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος είναι η Ειρήνη, την οποία δεν είχαν την ευκαιρία να ζήσουν οι παππούδες μας. Αυτό δε πρέπει να το ξεχνάμε. Όμως, υπάρχει τίμημα. Δυστυχώς όλα αυτά τα χρόνια χάσαμε λίγη από την αξιοπρέπεια μας, "τρώγοντας σφαλιάρες" στην Κύπρο, στο Αιγαίο, ως και από τα Σκόπια και την Αλβανία.

Ποτέ καμία κυβέρνηση δε βγήκε να ομολογήσει τις ήττες, αλλά βλέποντας τη μεγάλη εικόνα, όσο κι αν είχαμε το (διεθνές) δίκαιο με το μέρος μας, δεν το βρήκαμε ποτέ.

Τα τουρκικά στρατεύματα παρέμειναν στην Κύπρο, καθώς κάποιοι συναλλασσόμενοι-με-τηνΤουρκία Ευρωπαίοι, αποδέχτηκαν σιωπηλά το επιχείρημα της ότι τα στρατεύματα υπερασπίζονται την Κύπρο από... εμάς!

Η Ευρώπη θα μπορούσε να κάνει ένα σκληρό εμπάργκο στην Τουρκία και να τη δελεάσει με πλήρη απελευθέρωση του εμπορίου, εφόσον τα απέσυρε. Είναι η λεγόμενη πολιτική "μαστίγιου και καρότου." Η Ελλάδα θα μπορούσε να μπλοκάρει όλες τις ευρωπαϊκές αποφάσεις μέχρι να την επιβάλει, παρέχοντας δέλεαρ στους Ευρωπαίους, εφόσον αυτή εφαρμοζόταν.

Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να γίνει και για το casus belli και για τα Ίμια.

Λύσεις υπάρχουν, όμως πρέπει να πιστεύουμε στις δυνάμεις μας.

Έπειτα, απέναντι στη κυρίαρχη βούληση του λαού, στην ιστορία και στη λογική, εκλάπη το όνομα της Μακεδονίας μας.

Αναφορικά με την εξωτερική πολιτική, δεν μπορούμε να αρκεστούμε να υποτάσσουμε τα συμφέροντα μας στα συμφέροντα της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης.

Η Ελλάδα οφείλει να γεφυρώνει βορρά-νότο, δύση και ανατολή. Οφείλουμε να είμαστε θιασώτες στο να ξεκινήσει πάλι η ΕΕ να συζητάει με την Ρωσία, κατανοώντας πραγματικά τις ανησυχίες της. Είναι ειρωνικό ως κράτος να επιδιώκουμε βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία και να καλούμε στις εκδηλώσεις μας τον Ρώσο πρωθυπουργό, όταν επιβάλλουμε κυρώσεις στη Ρωσία για το θέμα της Ουκρανίας. Το ίδιο παράλογο αρχίζει να διαφαίνεται στις σχέσεις μας με την Κίνα, κατόπιν των πρόσφατων ευρωπαϊκών κυρώσεων.

Όπως επίσης πρέπει να γεφυρώσουμε τη Μέση Ανατολή και την Ινδία με την Ευρώπη, ώστε να αντιμετωπίσουμε τον ανερχόμενο ισλαμιστικό κίνδυνο.

Τα τελευταία 20 χρόνια εμφανίστηκε ένα γιγαντιαίο πρόβλημα: Το λαθρομεταναστευτικό. Με 1/4 Έλληνες άνεργους, δεν έχουμε καθόλου ανάγκη από ξένα εργατικά χέρια, αλλά από επανασχεδιασμό της οικονομίας μας.

Δυστυχώς, με πρόφαση το προσφυγικό θέμα που προέκυψε, σε πολύ μικρότερους αριθμούς από τους παρουσιαζόμενους και βεβαίως σε τοπικό επίπεδο (καθώς ας πούμε, οι πληγέντες από τη Συρία θα μπορούσαν να ζητήσουν άσυλο στις γειτονικές: Ιράκ, Ιορδανία, Ισραήλ, Λίβανο, Τουρκία ή ακόμα και στις ασφαλείς περιοχές της Συρίας!) επιβάλλεται στα ευρωπαϊκά έθνη σταδιακά να χαθούν.

Είμαστε κάθετοι στο ότι δεν θέλουμε ούτε έναν (1) λαθρομετανάστη.

Το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία το κατάφεραν επειδή είναι πιο ακραίοι ή πιο έξυπνοι; Εδώ γίνεται ένα μοιραίο λάθος από την Ευρώπη.

Στη βάση μιας παρεξηγημένης ερμηνείας της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες, υπό το ψυχολογικό φορτίο τύψεων της Γερμανίας για τις θηριωδίες του Β' ΠΠ, έγιναν οι συμφωνίες του Δουβλίνου.

Αν το Ισραήλ που ουσιαστικά γειτονεύει με εμπόλεμα κράτη δεν υπεδέχθη κανέναν, ιδού το βασικό μας επιχείρημα.

Δυστυχώς, η Ελλάδα πιέζεται να γίνει κράτος υποδοχής, ενώ πολλοί προσπάθησαν και κατάφεραν την εξαγορά των ελληνικών κυβερνήσεων χρησιμοποιώντας εργαλεία, όπως "εύνοια στο συνταξιοδοτικό" ή "αγορά ελληνικών ομολόγων".

Δηλαδή, εργαλειοποιώντας τις άμεσες οικονομικές μας ανάγκες, μας καθιστούν λαθροαποικία. Κόντρα στο όραμα για μια "Ευρώπη των Εθνών" του οραματιστή Ντε Γκωλ, το σημερινό αφήγημα αναφέρεται σε μια Ευρώπη των λαθρομεταναστών που για κάποιον άγνωστο λόγο, πρέπει να αποδεχθούμε και να ενσωματώσουμε. Βάσει πλήθους μετρήσεων οι Έλληνες δεν έχουμε απολύτως καμία διάθεση να εξαφανίσουμε το υπερ-χιλιετές έθνος μας. Ούτε επειδή η επιχείρηση εισαγωγής λαθρομεταναστών είναι καλοστημένη και υπερκερδοφόρα, ούτε επειδή η Γερμανία έχει τύψεις, ούτε για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους κάποιες επιχειρήσεις σε βάρος των φτωχοποιημένων Ελλήνων. Δυστυχώς το κυρίαρχο αφήγημα στις Βρυξέλλες, πάει να επιβληθεί απέναντι στη βούληση των κυρίαρχων λαών. Ευτυχώς, επιπλέον της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, η λογική κερδίζει έδαφος σε 20 από τα 27 κράτη της ΕΕ και αυξάνονται οι φωνές για αναστροφή αυτής της πορείας. Υπάρχουν δηλώσεις μέχρι από το CDU/CSU (κόμμα Μέρκελ) περί πολιτικής που δεν εγκρίνουν οι πολίτες και για κίνδυνο για την ασφάλεια την πολιτών, όπως άλλωστε έχει αποδειχθεί πολλάκις και πολλαχώς. Ευτυχώς, και στην Ελλάδα μπορούμε ακόμα με τη δύναμη με τη ψήφο μας να δείξουμε τη βούληση μας.

Με την επιμονή των κινούμενων-από-τις-ΜΚΟ γραφειοκρατών των Βρυξελλών, κινδυνεύει η Ελλάδα, αλλά κινδυνεύει και η ΕΕ συνολικά.

Ως ΕΕ πρέπει να διεκδικήσουμε να αναστραφεί ο δείκτης της υπογεννητικότητας. Τί αξία έχουν όλα όσα κάνουμε, αν δεν υπάρχει η επόμενη γενιά για να τα μεταλαμπαδεύσουμε και να τα κληροδοτήσουμε; Η προσπάθεια της Ουγγαρίας για την αύξηση των γεννήσεων είναι υποδειγματική.

Χρειαζόμαστε εθνικό όραμα στην αγροτική μας παραγωγή και στο εμπόριο. Πρέπει να επιδιώξουμε αυτάρκεια και μεγάλα πλεονάσματα στο εμπορικό μας ισοζύγιο. Επί του παρόντος οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το νέο, ελιτιστικής προέλευσης. ευρωπαϊκό παραλογισμό των υπερ-φιλόδοξων πράσινων στόχων, που υποτάσσει την παραγωγή μας, την ώρα που εισάγονται παράνομα πλήθος προϊόντων από τρίτες χώρες. Εισαγωγές σημαίνει ανεργία. Ανεργία σημαίνει ανάγκη για εισαγωγές. Ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει.

Επιπλέον στην Ελλάδα πρέπει να παλέψουμε για ένα πολύ φιλόδοξο σχεδιασμό της οικονομίας μας, συνδέοντας την εκπαίδευση και την έρευνα με την αγορά εργασίας μελλοντοστραφώς. Πρέπει να μιλήσουμε για την τεχνολογία που μπορεί να μας βοηθήσει να κυριαρχήσουμε. Αν αυτό δεν επιτευχθεί, θα συνεχίσει η αιμορραγία της Πατρίδας μας που ονομάσαμε brain drain, καθώς οι νέοι Έλληνες έχουν υψηλές απαιτήσεις και οφείλουμε να μη σταματήσουμε να διεκδικούμε ένα πολύ καλύτερο μέλλον γι' αυτούς. Στην Ευρώπη μαθαίνουμε πως ότι κι αν κάνουμε, πρέπει να είμαστε πρώτοι, έστω δεύτεροι, αλλιώς να ασχοληθούμε με κάτι άλλο. Δυνατή οικονομία σημαίνει αναστροφή του brain drain και γενναίες επενδύσεις στον αμυντικό τομέα, για να καταφέρουμε να επιβάλλουμε το δίκαιο που χρωστάμε σε αυτούς που ήρθαν, πέρασαν, θα 'ρθούν και θα περάσουν.

 

 

ΕΛΛΑΔΑ - ΕΥΡΩΠΗ: ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ 

 Μια γόνιμη πορεία, με πολλές προκλήσεις και εμπειρίες, που μπορεί να οδηγήσει σε ένα καλύτερο αλλά κυρίως διαφορετικό μέλλον.

 

Του Γιώργου Α. Παπανδρέου

Πρώην Πρωθυπουργού, Βουλευτή Αχαΐας του Κινήματος Αλλαγής

 

Σαράντα χρόνια μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, είναι ευκαιρία για έναν ουσιαστικό απολογισμό.

Απαραίτητος επίσης και ένας διάλογος, δημόσιος, γόνιμος, εμπροσθοβαρής, για τις προοπτικές μας. 

Πώς προσεγγίζουμε το μέλλον;

Αλλά κυρίως, πώς οραματιζόμαστε να είναι το μέλλον για την Ελλάδα και για την Ευρώπη;

Καλύτερο, αλλά και διαφορετικό.

 Η πατρίδα μας - όπως και η Ευρώπη -, βίωσε αλλεπάλληλες κρίσεις την τελευταία δεκαετία. Αυτές επανέφεραν τον υπαρξιακό προβληματισμό για την σημασία του ευρωπαϊκού μας εγχειρήματος. Σήμερα ξεκινάει ξανά η νέα συζήτηση για το Μέλλον της Ευρώπης. Καλείται, στο πλαίσιο αυτό, το κάθε κράτος μέλος, εμείς οι Ευρωπαίοι πολίτες, να καταθέσουμε με αίσθημα ευθύνης τις ιδέες μας. Να διαμορφώσουμε από κοινού αποφάσεις που θα καθορίσουν τις επόμενες σελίδες του πιο φιλόδοξου σχεδίου που οραματίστηκαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Alberto Spinelli με το Ventotene Manifesto, ο Robert Schuman, o Jean Monnet και τόσοι άλλοι. 

 Παρατηρώ συχνά, πολιτικούς και αναλυτές να αναφέρονται στην ΕΕ ως να είναι κάτι ξένο από μας. «Πάω στην Ευρώπη», ήταν μια φράση που χαρακτήριζε την υποσυνείδητη αποδοχή ότι εμείς είμαστε κάτι διαφορετικό. Ότι η Ευρώπη είναι ένα μακρινό κέντρο που κατά περίσταση και περίπτωση μας υποστηρίζει ή μας επιβάλει περιορισμούς. Είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο σκόπιμο, ξεκινώντας από την εκπαίδευση, να υπενθυμίζουμε τους λόγους και τις αιτίες που μας οδήγησαν να γίνουμε μέλη της τότε ΕΟΚ, όπως και να υπάρχει τακτική αξιολόγηση της δικής μας συμβολής στη διαμόρφωση της ΕΕ. 

Στη χώρα μας είναι προφανής η αναφορά και συζήτηση για τα ευρωπαϊκά κονδύλια που επέτρεψαν να γίνει ένα τεράστιο άλμα μπροστά σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη και τη βελτίωση του επιπέδου ζωής των Ελλήνων.

Αυτή η συζήτηση όμως, συσκοτίζει πολλές φορές τη σημασία των αγώνων των κινημάτων και των διανοούμενων για μια Ευρώπη, κοινότητα αξιών. Μια Ευρώπη με θεμελιώδεις αξίες και προοδευτικές οδηγίες σε θέματα κοινωνικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοκρατίας, ειρήνης και συνεργασίας των λαών και των πολιτών της.

Αυτές οι κοινές αξίες της Ευρώπης όμως, είναι εκείνες τελικά που μπορούν να ενώνουν τους πολίτες και να βγάζουν εμάς, αλλά και άλλους, από τη μοναξιά που έχει ένα «έθνος ανάδελφον». 

Σημειώνω ότι, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στις 28 Μαΐου του 1979, κατά την υπογραφή της Συνθήκης Ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, είπε: 

«Θα ἤθελα ἰδιαίτερα νὰ τονίσω ὅτι γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία θὰ δημιουργηθεῖ μία τόσο μεγάλη κοινότητα ἐθνῶν ποὺ βασίζεται στὴν ἐλεύθερη συγκατάθεση. Στὴν ἰσότιμη συνεργασία καὶ στὸν ἀμοιβαῖο σεβασμό. Καμιὰ χώρα δὲν ὑποχρεώθηκε νὰ προσχωρήσει στὴν Κοινότητα παρὰ τὴν θέλησή της. Καμιὰ δὲν παραμένει μὲ τὴν βία. Ὅλες, ἀντίθετα, ἔχουν λόγο στὴν διαχείριση τῶν ὑποθέσεών της. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ δημιουργία τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητος, σὲ σχέση μὲ προηγούμενες ἱστορικὲς ἐμπειρίες, εἶναι πρωτότυπη καὶ θὰ ἔλεγα ἐπαναστατική• κι ἔχει τεράστια σημασία, σὰν παράδειγμα γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα». Και πρόσθεσε: «Ἂν ἡ Εὐρώπη κινδυνεύσει σὰν μορφὴ διακυβερνήσεως καὶ σὰν τρόπος ζωῆς, θὰ εἶναι ἐντελῶς παράλογο νὰ πιστεύουμε ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ μπορέσει νὰ διατηρηθεῖ σὰν μοναδικὴ ὄαση ἀνεξαρτησίας καὶ ἐλευθερίας στὴν ἤπειρό μας.» 

 

Η λογική της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ είχε να κάνει με τρεις άξονες: 

Πρώτο, την εμπέδωση της δημοκρατίας μετά από την περιπέτεια της επταετούς  χούντας. 

Δεύτερο, την ελπίδα μιας ευρύτερης ομπρέλας ασφάλειας σε μια γεωγραφική θέση με πολλές συγκρούσεις.

Τρίτο, την ευκαιρία μιας άλλης αναπτυξιακής πορείας. 

Στην πορεία των χρόνων, οι πρωταρχικοί μας στόχοι επιτεύχθηκαν. Πετύχαμε και πολλά άλλα. Όμως ό,τι πετύχαμε, το κάναμε όταν αισθανθήκαμε ουσιαστικό ισότιμο μέρος, υπεύθυνο, συμμετέχον στις ευρωπαϊκές διεργασίες. Όχι όταν φαινόμασταν ως ξένο σώμα που πελατειακά παρακαλούσε για κάποια «χατήρια». Όποτε είχαμε μια ενεργητική και δημιουργική συμμετοχή στα ευρωπαϊκά δρώμενα, αποκτούσαμε κύρος και σεβασμό. 

 Την άποψη ότι δεν πρέπει να είμαστε παθητικά μέλη αλλά να δίνουμε αγώνες για να κερδίσουμε όσα περισσότερα μπορούμε και να προωθούμε την έννοια μιας προοδευτικής Ευρώπης, είχε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ήταν καθοριστική για την ανάπτυξη των χωρών του ευρωπαϊκού νότου η σκληρή μάχη που έδωσε και κέρδισε με αποτέλεσμα την καθιέρωση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ). Με αυτό το πνεύμα, οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έδωσαν διαχρονικά σημαντικές μάχες για μια Ευρώπη συνοχής και κοινωνικής αλληλεγγύης με τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, το Ταμείο Συνοχής και πολλές άλλες πρωτοβουλίες.  

Ο Ανδρέας Παπανδρέου οραματιζόταν μια πολύ πιο ισχυρή Ευρώπη. Και για τον λόγο αυτό ήταν κριτικός απέναντι της. Τρία αδύνατα σημεία που κατά την άποψή του είχε τότε η  Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν: 

Πρώτο, η διαίρεση της Ευρώπης σε ψυχροπολεμικά μπλοκ που της αφαιρούσε την αυτόνομη πορεία της. 

Δεύτερο, η οικονομική ανισότητα που σε μια ενιαία αγορά θα ισοπέδωνε την εγχώρια παραγωγή, αν δεν υπήρχε μια οικονομική διακυβέρνηση που θα στήριζε τις φτωχότερες περιοχές και τον παραγωγικό ιστό τους.

Τρίτο, ο ρόλος των Βρυξελλών, ως εργαλείο των ισχυρών χωρίς τον απαραίτητο δημοκρατικά έλεγχο από τους λαούς της Ευρώπης.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, δεν ήταν αντίθετος στην Ευρώπη, ήταν επικριτικός γιατί δεν είχε προχωρήσει η εμβάθυνσή της. 

Δεν ήταν τυχαία η παρέμβασή του στη Μαδρίτη, τον Δεκέμβριο του 1990.

Έπρεπε, έλεγε, η Ένωση να κάνει πολλά βήματα μπροστά. Μιλούσε για Πολιτική Ένωση η οποία προϋποθέτει την επεξεργασία ενός καταστατικού χάρτη που θα προβλέπει τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης καθώς και την χάραξη κοινής πολιτικής στα θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας. 

 Την ασφαλή επιβίωση της Ελλάδας και την ισότιμη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων, υποστήριξε σταθερά και ο Κώστας Σημίτης, με βασικό στόχο την ένταξή μας στην Ευρωζώνη. Ένα επίτευγμα που απαίτησε σκληρή προσπάθεια και θυσίες απο τον Ελληνικό λαό και τη σημασία του οποίου, σήμερα, σε μια εποχή μεγάλης διεθνούς γεωπολιτικής αστάθειας, μπορούμε καλύτερα να κατανοήσουμε. 

Το 1999, επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ με τη Συμφωνία του Ελσίνκι, πετύχαμε όχι μόνο την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και την ένταξη των Ελληνοτουρκικών σχέσεων σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο. 

Πετύχαμε την ευρωπαϊκή πορεία των Βαλκανίων.

Πετύχαμε στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα να μπει ο όρος της αμοιβαίας συνδρομής. Δηλαδή, σε περίπτωση επίθεσης τρίτου κράτους σε κράτος – μέλος, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να συνδράμουν ακόμα και στρατιωτικά στην άμυνα αυτής της χώρας. 

Σήμερα, είναι εμφανές πόσο οι εξελίξεις αυτές διεύρυναν τους διπλωματικούς μας ελιγμούς και ενίσχυσαν την ασφάλειά μας. 

 

Λίγο αφότου ανέλαβα την Πρωθυπουργία της χώρας, το 2009, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια παγκόσμια κρίση, κομβική όμως για την Ελλάδα και την Ευρώπη. 

Η διεθνής οικονομική κρίση χτύπησε την Ευρώπη, αγγίζοντας τον πιο αδύναμο κρίκο της την εποχή εκείνη, την Ελλάδα. Ανέδειξε τις ελλείψεις του εγχειρήματος, όπως τη απουσία μηχανισμών αντιμετώπισης παρόμοιων κρίσεων, οικονομικών ή άλλων. Δοκιμάστηκε στην πράξη η βασική αρχή της Ένωσης, η αρχή της αλληλεγγύης. 

Βρεθήκαμε μπροστά στην πιθανότητα μιας άναρχης εξόδου της Ελλάδας από την ΕΕ και την αποσταθεροποίηση της ίδιας της Ευρώπης. 

Ύστερα από πολύμηνο, σκληρό αγώνα, πετύχαμε μια μικρή επανάσταση για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Τη δημιουργία ενός Μηχανισμού που ήταν ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν οι προαναφερθείσες δυσάρεστες εξελίξεις. 

Στις 21 Δεκεμβρίου του 2010, λίγους μήνες μετά τη λήψη αυτής της απόφασης έκανα τις ακόλουθες δηλώσεις: 

«Εντοπίσαμε και συγχρόνως τονίσαμε την ανάγκη μιας ισχυρής οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με πρώτο βήμα τη σύσταση ενός μόνιμου πλέον μηχανισμού στήριξης, που θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά παρόμοιες κρίσεις των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή, κράτη - μέλη που, κατά καιρούς, και λόγω γενικευμένης ανασφάλειας στην παγκόσμια αγορά, μπορεί να έχουν σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα.

Και με τον τρόπο αυτό, ούτε η οικονομία ενός κράτους – μέλους να κινδυνεύει, ούτε η ευρωπαϊκή συνοχή. Και μαζί, να αντιμετωπίσουμε και τις φημολογίες, που εύκολα κυκλοφορούν και λειτουργούν ως αυτο-επιβεβαιούμενες προφητείες στην αγορά, για καταστροφή της Ευρωζώνης και πολλά άλλα, όπως και το ότι η Ευρώπη δεν έχει τη βούληση ή την ικανότητα να αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις, εάν υπάρξουν.

Η οδυνηρή για μας εμπειρία της κρίσης - θα πρόσθετα σήμερα και της κρίσης πανδημίας -, αποτελεί ευκαιρία για να κάνουμε ένα μεγάλο και νέο βήμα στην ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οικονομική διακυβέρνηση και στη θωράκιση του ευρώ.» 

Η φράση που ειπώθηκε αργότερα, αλλά πολύ αργά, ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πράξει ό,τι χρειαστεί για να διασφαλίσει τη σταθερότητα της Ευρωζώνης στο σύνολο της», ήταν μια απαραίτητη επανεπιβεβαίωση της αρχής της αλληλεγγύης αλλά και ένα έναυσμα για τη δημιουργία μέτρων πρόληψης μιας επόμενης συστημικής κρίσης. 

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι παρά τα πρόσφατα βήματα της, η ΕΕ δεν έχει λάβει τις πρόνοιες που θα καθιστούσαν και το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα πιο δίκαιο. Την Ευρώπη πρωτοπόρα στον αγώνα για μια δημοκρατική διακυβέρνηση στον κόσμο. 

Αρκεί να υπενθυμίσω μερικές από τις προτάσεις που κατέθεσε από την αρχή της κρίσης η κυβέρνησή μας. Προτάσεις, που ενώ τώρα πια συζητούνται ευρύτερα, εντούτοις διαπιστώνεται ολιγωρία στην υλοποίησή τους λόγω της έλλειψης αποφασιστικότητας εκ μέρους κυρίως των συντηρητικών ηγεσιών. Οι πιο σημαντικές από αυτές είναι ο έλεγχος και η ρύθμιση των αγορών, ο έλεγχος και η ρύθμιση των φορολογικών παραδείσων, της ροής των κεφαλαίων, ο φόρος επί των τραπεζικών πράξεων, ο φόρος σε σχέση με τα αέρια του θερμοκηπίου, τα ευρωομόλογα για το χρέος αλλά και για την πράσινη ανάπτυξη, οι κοινές πολιτικές ανάπτυξης που μπορούν να συμβάλουν στην ομογενοποίηση της Ευρώπης, όπως οι κοινές πολιτικές για την παιδεία, την υγεία και την εργασία κ.ά. 

Σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής που συνδέεται και με ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, ως Υπουργός Εξωτερικών εγκαινίασα την περιβαλλοντική διπλωματία, με το σκεπτικό ότι η απειλή της οικολογικής καταστροφής μπορεί και πρέπει να ενώνει τους λαούς μας.

Πίστευα και πιστεύω ότι, η ευρύτερη περιοχή μας μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι γεγονός πως, σε ό,τι αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά από πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη. Όμως χρειάζεται να γίνουν πολύ περισσότερα πράγματα και η ΕΕ να υπερασπιστεί τρεις βασικές έννοιες - αρχές:

- Κλιματική Δικαιοσύνη: η μετάβαση σε μια πράσινη κοινωνία, πρέπει να ενσωματώνει την κλιματική δικαιοσύνη. Έχουμε τεράστιες ανισότητες στο σύγχρονο κόσμο - και δεν μπορούμε να ρίξουμε το βάρος της μετάβασης στη μεσαία τάξη και στους φτωχούς της γης.

- Κλιματική Δημοκρατία: που σημαίνει, αυτή η μετάβαση να γίνει «ιδιοκτησία του πολίτη», με τη συνεχή συμμετοχή του στις αποφάσεις, με την αναβάθμιση των δημοκρατικών μας θεσμών.

- Κλιματική Παιδεία: που σημαίνει, να δώσουμε τα εργαλεία στη νέα γενιά για την μετάβαση σε νέες μορφές, νέους τύπους κατανάλωσης, νέους τύπους αγορών, νέους τύπους και σχέσεις παραγωγής.

Στη μεγάλη συζήτηση για το Μέλλον της Ευρώπης πρέπει να τεθούν στο τραπέζι του διαλόγου όλα αυτά τα θέματα και η Ελλάδα να συμβάλει με ιδέες  και θέσεις.

Στην  προηγούμενη συζήτηση για το Σύνταγμα της Ευρώπης δώσαμε μάχες και έγινε δεκτή η πρότασή μας για τη δυνατότητα πρωτοβουλίας ενός εκατομμυρίου πολιτών με στόχο την άμεση παρέμβαση στο νομοθετικό έργο  της Επιτροπής, που αποτελεί  βασική διάταξη της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. 

 

Είναι ευκαιρία λοιπόν, να γίνουν πιο τολμηρά βήματα για την προώθηση κομβικών αλλαγών που θα διασφαλίσουν μια πιο δημοκρατική, λιγότερο γραφειοκρατική και πιο διαφανή λειτουργία της ΕΕ. Μεταξύ αυτών, η εκλογή του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από τους πολίτες, η δυνατότητα πανευρωπαϊκών πολιτικών σχηματισμών στις Ευρωεκλογές, η θεσμοθέτηση αντιπροσωπευτικών συνελεύσεων πολιτών με ουσιαστικό ρόλο στις αποφάσεις για σημαντικά ζητήματα. 

Η Ευρώπη προ 70 ετών είχε ως στόχο την εμπέδωση της ειρήνης στην ήπειρο μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους. Σήμερα η πρόκληση είναι όχι μόνο να διατηρήσει ζωντανό αυτόν τον στόχο για την ήπειρό μας αλλά να παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης. Δίνοντας οξυγόνο στις αξίες της συμμετοχικής δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της οικολογικά βιώσιμης ανάπτυξης και της ειρηνικής πολυμερούς συνεργασίας. Δαμάζοντας επίσης, τις τεχνολογικές εξελίξεις, ώστε να υπηρετούν τον άνθρωπο και όχι ισχυρά κέντρα οικονομικής ή πολιτικής εξουσίας. 

Η Ευρώπη δεν πρέπει απλώς να διαχειριστεί τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης. Πρέπει να συμβάλει στον εξανθρωπισμό της.   

Ως Ελλάδα, ως Έλληνες Ευρωπαίοι πολίτες, έχουμε ακόμα πολλούς αγώνες να δώσουμε για την Ευρώπη. 

Μια Ευρώπη όπου οι μικρές χώρες αλλά και οι πολίτες θα έχουν φωνή και ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. 

Μια Ευρώπη, που μέσα από την οικονομική ένωση, θα μας προστατεύει από μελλοντικές κρίσεις με αλληλεγγύη μεταξύ των λαών. 

Μια Ευρώπη, που θα μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις επόμενες πανδημίες αλλά και τις νέες τεχνολογικές προκλήσεις που αλλάζουν ριζικά το τοπίο της εργασίας.

Μια Ευρώπη, που υιοθετώντας την πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη, την καθαρή ενέργεια, θα δημιουργήσει μια νέα αναπτυξιακή προοπτική για τις επόμενες γενιές. 

Μία Ευρώπη, δυνατή στον κόσμο ως πρότυπο ανάπτυξης με δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. 

Αυτό το όραμα, Έλληνες και όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι πολίτες, καλούμαστε να το υλοποιήσουμε μαζί. 

Οι προοδευτικοί Ευρωπαίοι πολίτες, μπορούν να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη αυτής της αναγκαίας συλλογικής προσπάθειας, στην πορεία για μια Ευρώπη που θα προσφέρει αξιοπρέπεια, ελπίδα και βιώσιμη προοπτική.

 

 

Η Ελλάδα και οι νέες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

και τις ευρωατλαντικές σχέσεις

 

Του Ευάγγελου Βενιζέλου

πρώην αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και υπουργού Εξωτερικών - πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ

 

Η εμπειρία της πανδημίας συνιστά μια τομή και στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ΕΕ αναγκάστηκε να κινηθεί με ταχύτητα, ευελιξία και επινοητικότητα που αντιβαίνουν στις «βεβαιότητες» στις οποίες στηρίζεται εδώ και τριάντα χρόνια, από το Μάαστριχτ και μετά, το Σύμφωνο Σταθερότητας και το οικοδόμημα της νομισματικής ένωσης.

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης του 2008 και τη δεκαετία που ακολούθησε, διαμορφώθηκαν νέες θεσμικές υποδομές, τροποποιήθηκε η ΣΛΕΕ, ιδρύθηκαν αρχικά ο EFSF και ο EFSM και στη συνέχεια ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας ( ESM ), γιγαντώθηκε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ( PSPP) της ΕΚΤ / Ευρωσυστήματος, αλλά το Σύμφωνο Σταθερότητας δεν μεταβλήθηκε. Αντιθέτως συνήφθη η Συνθήκη για τη Συνεργασία, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση που επιβάλλει να υιοθετηθούν από τα εθνικά συντάγματα ή έστω από τις εθνικές νομοθεσίες περί προϋπολογισμού οι δημοσιονομικοί στόχοι και περιορισμοί εντός των οποίων οφείλουν να κινούνται τα κράτη μέλη.

Η ελληνική εμπειρία και αυτή των άλλων χωρών που εντάχθηκαν σε προγράμματα προσαρμογής, λειτούργησε ως εργαστήριο δημιουργίας πιο γρήγορων ανακλαστικών για την ΕΕ. Αυτά λειτούργησαν με την πανδημία που συνιστά μια κρίση εξωγενή, οριζόντια και ασύμμετρη. Μια κρίση για όλες τις χώρες ισχυρές, μέτριες και αδύναμες. Έγιναν κινήσεις που λίγους μήνες πριν την έκρηξη της πανδημίας έμοιαζαν αδύνατες. Ενεργοποιήθηκε η γενική ρήτρα διαφυγής από το Σύμφωνο Σταθερότητας, αποδεσμεύθηκαν ουσιαστικά όλες οι κρατικές ενισχύσεις ανάλογα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες κάθε κράτους μέλους, τέθηκε σε άμεση εφαρμογή ένα κολοσσιαίο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ( PEPP ), συγκροτήθηκε το Ταμείο Ανάκαμψης και αποφασίστηκε η χρηματοδότησή του εν μέρει με την έκδοση κοινού χρέους με τη μορφή ευρωομολόγων.

 Παράλληλα εφαρμόζεται από τη διοίκηση Μπάιντεν μια εντυπωσιακή επεκτατική πολιτική, βασισμένη κατά βάθος σε νομισματική χρηματοδότηση. Το κύριο όμως μήνυμα της νέας αμερικανικής πολιτικής είναι η ανάδειξη της πρωταρχίας της πολιτικής και της διαφύλαξης της κοινωνικής συνοχής. Αυτή είναι μια εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοήσει η ΕΕ. Παράλληλα η πολιτική Μπάιντεν θέτει την ΕΕ ενώπιον κρίσιμων διλημμάτων στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Εφόσον η ΕΕ συμφωνεί στην ανασύσταση της Δύσης ως γεωπολιτικής οντότητας βασισμένης στον ευρωατλαντικό άξονα, όπως προτείνει ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, η στάση της απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα πρέπει να είναι πολιτικά σαφέστερη.

Βρισκόμαστε επίσης πριν από κρίσιμες εκλογικές διαδικασίες, ξεκινώντας από τις ερχόμενες γερμανικές εκλογές, που μπορεί να αλλάξουν ριζικά το ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο. Ακολουθούν οι γαλλικές προεδρικές εκλογές. Η κυβέρνηση Ντράγκι στην Ιταλία διεκδικεί ήδη ισχυρότερο ρόλο στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.

Τα νέα αυτά δεδομένα είναι πιο κρίσιμα από τον διάλογο και τη Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης. Οι αλλαγές στην ευρωπαϊκή κατάσταση δεν θα λάβουν τη μορφή τυπικής τροποποίησης των Συνθηκών με διαδικασία που θα απαιτεί κύρωση μέσω δημοψηφισμάτων ή έστω κοινοβουλευτικών αποφάσεων στα 27 κράτη μέλη. Οι αλλαγές θα επέλθουν υπό την πίεση της πραγματικότητας, σε μεγάλο βαθμό άτυπα, με πολιτικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με «τεχνικές» πρωτοβουλίες της ΕΚΤ και του ΕΜΣ, με παράπλευρες πολυμερείς διεθνείς συνθήκες μεταξύ των κρατών μελών που θέλουν.

Η χώρα μας έχει, μετά την παρέμβαση του 2012, το μεγάλο πλεονέκτημα του υβριδικού δημοσίου χρέους που μειώνει δραστικά το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησής του και το καθιστά βιώσιμο παρά το μεγάλο μέγεθός του. Ασχολείται ήδη εντατικά με τη μεγάλη πρόκληση του Ταμείου Ανάκαμψης. Θα βρεθεί όμως αντιμέτωπη με νέες ενδοευρωπαϊκές ανισότητες που τροφοδοτήθηκαν στη διάρκεια της πανδημίας. Και με παλιούς ιστορικούς φόβους της Γηραιάς Ηπείρου, όπως αυτοί που αφορούν τον πληθωρισμό και άρα, από ένα σημείο και μετά, τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης.

Η λειτουργία της ΕΕ και η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν και είναι πάντα ένα πεδίο διαρκούς διακυβερνητικής ( δηλαδή διακρατικής ) διαπραγμάτευσης, συγκρούσεων και συμβιβασμών μέσω των οποίων γίνονται εντέλει κάποια βήματα προς τα εμπρός. Συχνά ατελή και καθυστερημένα. Αυτή η μέθοδος έφθασε όμως προ πολλού στα όριά της. Τώρα χρειάζονται πιο γρήγορες και καθαρές κινήσεις. Ο θεσμικός μηχανισμός όμως είναι πολύπλοκος αν και πάντα πολύτιμος.

Η Ελλάδα μέσα σε αυτό το απαιτητικό πλαίσιο προφανώς κινείται με πρώτη προτεραιότητά της τα δικά της ιδιαίτερα προβλήματα. Έχει επίσης παραδοσιακά σταθερό προσανατολισμό υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της λεγόμενης κοινοτικής μεθόδου. Οφείλει τώρα να έχει ενεργό ρόλο στην ευρύτερη στρατηγική συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, άρα καθαρή εικόνα για τους εσωτερικούς ευρωπαϊκούς συσχετισμούς αλλά και για τις ευρωατλαντικές σχέσεις. Σε αυτό ούτε οι γενικόλογες φιλοευρωπαϊκές τοποθετήσεις ούτε η εμμονή στις «τεχνικές» λεπτομέρειες για θέματα ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος αρκούν. Δεν αρκεί επίσης η προώθηση των διμερών ελληνοαμερικανικών σχέσεων γιατί αυτή δεν απαλλάσσει από τα δύσκολα διλήμματα των ευρωατλαντικών σχέσεων. Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, βασικά σημεία της ατζέντας τους επόμενους μήνες.

 

 

Με επίκεντρο τον άνθρωπο το “restart” της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

 

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΜΕΪΜΑΡΑΚΗ

Πρ. Προέδρου της Βουλής και πρ. Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας

 

Η φετινή επέτειος της Ημέρας της Ευρώπης, συμπίπτει με το ολικό “restart” που καλείται να κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την υγειονομική κρίση. Μια κρίση, που δοκίμασε τις αντοχές των ανθρώπων, ανέτρεψε δεδομένα και άλλαξε ισορροπίες και συμπεριφορές.

Μια κρίση, με ανυπολόγιστες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, που ανέδειξε ταυτόχρονα τις παθογένειες και τις «συγκρούσεις» μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φέρνοντας στην επιφάνεια και τα βαθύτερα ερωτήματα για το μέλλον της Ευρώπης.

Μιας Ευρώπης που ήδη αναζητούσε νέους τρόπους επανεκκίνησης και που με αφορμή την πανδημία - η οποία ανέδειξε το έλλειμμα μιας Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής σε καίριους τομείς- θέτει πλέον ως ύψιστη προτεραιότητα τη συζήτηση για την ενίσχυση των πρωτοβουλιών και αρμοδιοτήτων της σε καταστάσεις εκτάκτων αναγκών.

 

Το όραμα των ιδρυτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν μια φεντεραλιστική Ευρώπη, της οποίας τα κράτη-μέλη και οι πολίτες θα έχουν ίδια δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες σε όλους τους τομείς. Ωστόσο, αυτό δεν είναι εφικτό να υλοποιηθεί από τη μια μέρα στην άλλη, πόσο μάλλον όταν καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε πρωτοφανείς και πρωτόγνωρες κρίσεις. Άλλωστε η Ευρώπη είναι ένα οικοδόμημα που χτίζεται αργά και σταδιακά από κρίση σε κρίση, «μέσα από τις οποίες έχει μάθει να επιβιώνει, να ενδυναμώνεται και να προχωράει μπροστά» όπως είχε προβλέψει ένας από τους «πατέρες» της, ο Jean Monnet.

 

Βιώνοντας αυτή την πρωτοφανή και πρωτόγνωρη δοκιμασία, διαπιστώθηκε ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήταν ανέτοιμο να λάβει τόσο σημαντικές αποφάσεις που αφορούσαν τη ζωή των ευρωπαίων πολιτών, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Γρήγορα όμως αντέδρασε, λαμβάνοντας γενναίες πρωτοβουλίες και επιδεικνύοντας αλληλεγγύη προς όλα τα κράτη-μέλη και τις τοπικές τους κοινωνίες.

Συνειδητοποίησε παράλληλα, ότι σε περιόδους κρίσεων χρειάζονται λιγότερες αγκυλώσεις και μεγαλύτερη ετοιμότητα, λιγότερη συζήτηση, περισσότερες αποφάσεις και ουσιώδεις αλλαγές για μια Ευρώπη λιγότερο ευάλωτη και περισσότερο δημιουργική.

Χρειάζεται μια καινούργια, διαφορετική αρχιτεκτονική και ένα καινούργιο όραμα.

Χρειάζονται δίχως άλλο καινοτόμες αλλαγές, ρεαλιστικές, στοχευμένες και υλοποιήσιμες προτάσεις, με απλοποίηση των πολιτικών.

Χρειάζεται τόλμη, έμπνευση και προσαρμοστικότητα στις νέες συνθήκες.

 

Αυτή την περίοδο, αναδείχθηκε περισσότερο από ποτέ, η ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση των ευρωπαϊκών μηχανισμών και η ανάγκη μια κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής, που θα εγγυάται ίσες ευκαιρίες σε όλα όσα επηρεάζουν τη ζωή και την καθημερινότητα του ευρωπαίου πολίτη. Για παράδειγμα, αν κάτι έγινε αισθητό στην περίοδο της πανδημίας, είναι ακριβώς η έλλειψη μιας Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πολιτικής στον Τομέα της Υγείας και της Πρόληψης καθώς οι επιδημίες δεν «κοιτάνε» σύνορα.

 

Η επανεκκίνηση λοιπόν της Ευρώπης πρέπει να γίνει μέσα από μια νέα πολιτική αντίληψη με επίκεντρο τον άνθρωπο. Χρειαζόμαστε μια ανθρωποκεντρική Ένωση που θα ενστερνίζεται τις αγωνίες και τους προβληματισμούς του κάθε πολίτη. Ο ευρωπαίος πολίτης πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο και να περιγράψει την Ευρώπη στην οποία θέλει να ζει. Πρέπει να συνειδητοποιήσει τα προβλήματα, να τα διεκδικήσει και να απαιτήσει την επίλυσή τους, μέσα από τις δυνατότητες που του παρέχονται στο πλαίσιο της Διάσκεψης για το μέλλον της Ευρώπης. Ανοίγει πλέον ο δρόμος για την έναρξη μιας σειράς διαβουλεύσεων και δημόσιων συζητήσεων, οι οποίες θα δώσουν τη δυνατότητα σε ανθρώπους από κάθε γωνιά της Ευρώπης να μοιραστούν τις ιδέες τους συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του μέλλοντος του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

 

Η Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης, ξεκινά σε μια μοναδική χρονική συγκυρία, τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση που κλείνει 71 χρόνια λειτουργίας, όσο και για τη χώρα μας που συμπληρώνει 40 χρόνια από την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. Πρόκειται για μια δυνατή σχέση, που άντεξε και ωρίμασε στο χρόνο, δικαιώνοντας την επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή να εντάξει την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα οφέλη ήταν και είναι πολλά, όχι μόνο σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εγγυήθηκε και συνεχίζει να εγγυάται την ειρήνη, την πολιτική σταθερότητα, το κράτος δικαίου, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αποτελούν αδιαπραγμάτευτες αξίες της.

 

Ας μην βλέπουμε λοιπόν μόνο τις παθογένειες και τις δυσκολίες και ας αναλογιστούμε πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γι’ αυτό, πρέπει να συνεχίσουμε σε αυτόν το δρόμο, να αγωνιστούμε για την ενότητά της και να διαμορφώσουμε όλοι μαζί την Ευρώπη που θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές.

 

 

 

Η ευρωπαϊκή πορεία 40 χρόνων της Ελλάδας οδηγός απέναντι στις προκλήσεις του μέλλοντος

 

Του Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη

Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών αρμόδιου για Ευρωπαϊκά Θέματα

 

Το 2021 σηματοδοτεί 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ένα γεγονός ορόσημο που καθόρισε τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας μας. Καθώς τιμούμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, μας δίνεται η ευκαιρία να αναλογιστούμε πως η ελληνική ένταξη εκπλήρωσε τελικά τα ευρωπαϊκά και φιλελεύθερα ιδεώδη των πρώτων στοχαστών του ελληνικού κράτους, τοποθετώντας τη χώρα στον στενό πυρήνα της «ευρωπαϊκής» πρωτοπορίας.

Η προσχώρηση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) – επίσημα από το 1981, αλλά ουσιαστικά από το 1979 - αποτέλεσε μια πολιτική τομή που θωράκισε αμετάκλητα τη Δημοκρατία και τη θεσμική ομαλότητα στην Ελλάδα της μεταδικτατορικής περιόδου, την ίδια εποχή που η χώρα οικοδομούσε μια πολύπλευρη εξωτερική πολιτική απέναντι στην Τουρκική επιθετικότητα και την ευρύτερη γεωπολιτική αστάθεια. Οι ευρωπαίοι εταίροι μας αποδέχτηκαν την ιστορική τους ευθύνη, και η ένταξη της Ελλάδας αποτέλεσε μια πρώτη έκφανση της συγκρότησης της ΕΟΚ – του προδρόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) – ως μιας πολιτικής οντότητας με ειδικό γεωπολιτικό και θεσμικό βάρος.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την καθοριστική πολιτική συνεισφορά του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η ένταξη της Ελλάδας στις Κοινότητες θα ήταν αδύνατη χωρίς τις πρωτοβουλίες του χαρισματικού Έλληνα ηγέτη. Η αρχική αίτηση σύνδεσης είχε υπογραφεί τον Ιούνιο του 1959 επί πρωθυπουργίας του - οδηγώντας στην ιστορική συμφωνία σύνδεσης μεταξύ Ελλάδας και ΕΟΚ τον Ιούνιο του 1961. Αυτή η συμφωνία "πάγωσε" με την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας το 1967, αλλά επανενεργοποιήθηκε μετά την «επταετία» και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974. Μετά την επιστροφή του Καραμανλή στην Ελλάδα και την εκλογή του ως Πρωθυπουργού, ο ίδιος ανακοίνωσε στις 12 Ιουνίου 1975 την πρόθεσή του να ζητήσει πλήρη ένταξη στην ΕΟΚ, η οποία και υπογράφτηκε στις 28 Μαΐου 1979 μετά από 4 χρόνια κοπιωδών διαπραγματεύσεων. Ο «Εθνάρχης» έγινε και «Πατέρας της Ευρωπαϊκής Ένταξης».

Ως πλήρες μέλος της ΕΟΚ, η χώρα μας συνεισέφερε εξαρχής πολύτιμα στοιχεία στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι: το πλούσιο πολιτιστικό της παρελθόν, το ποιοτικό ανθρώπινο δυναμικό της και βεβαίως τη διεθνή εξειδίκευσή της σε κλάδους αιχμής, όπως η ναυτιλία. Ταυτόχρονα, η ΕΟΚ για πρώτη φορά «πατούσε» στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, στο σύνορο δύο Ηπείρων. Ωστόσο, σημαντικότερο από όλα, η Ελλάδα αποτελούσε θεμέλιο σύμβολο του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος και η ένταξή της ήταν μια αναγκαία συνθήκη για την περαιτέρω πολιτική ολοκλήρωσή της ΕΟΚ.

Από την άλλη, τα οφέλη της ένταξης για την Ελλάδα έγιναν γρήγορα ορατά. Η ευρωπαϊκή μας πορεία επιτάχυνε τον θεσμικό και διοικητικό εκσυγχρονισμό, καταπολεμώντας την πλεονάζουσα γραφειοκρατία και προωθώντας τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη. Τα εθνικά μας συμφέροντα βρήκαν μόνιμη και συνεπή στήριξη στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών, καθώς αντίστοιχα η ελληνική διπλωματία μάθαινε να λειτουργεί στη μακρά διάρκεια, επιδεικνύοντας επιμονή και συνέπεια στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 αποτελεί ίσως το πιο τρανταχτό επιχείρημα για να καταλάβουμε ότι η στρατηγική επιλογή ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν και παραμένει μονόδρομος για την εκπλήρωση των εθνικών μας συμφερόντων. Αντίστοιχα, η Ελλάδα σήμερα εξάγει σταθερότητα, εγγυάται την ειρήνη και απολαμβάνει καθοδηγητικό ρόλο στα Βαλκάνια, με πλήρη εμπιστοσύνη στις πολυσύνθετες δυνατότητές της απέναντι σε κάθε είδους εξωτερική πρόκληση.

Ωστόσο, και σε καθημερινό επίπεδο, οι Έλληνες βιώσαμε μια άνευ προηγουμένου βελτίωση των όρων ζωής μας, μέσα από την κοινοτική συγχρηματοδότηση 200 δις ευρώ για έργα υποδομής ζωτικής σημασίας, αλλά και την ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου και της οικονομίας της γνώσης, ειδικά για τις νεότερες γενιές που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως ευρωπαίοι πολίτες. Η κινητικότητα φοιτητών και εξειδικευμένων εργαζομένων είναι η πιο ελπιδοφόρα πτυχή της ένταξης της Ελλάδας σε αυτή την κοινότητα 500 εκατομμυρίων ανθρώπων, όπου επίσης προϊόντα, υπηρεσίες και ιδέες διακινούνται ελεύθερα. Η είσοδός μας στην Νομισματική Ένωση του ευρώ το 2002 αντίστοιχα μας επέτρεψε να σταθεροποιήσουμε το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα και να απαλείψουμε χρόνιες παθογένειες που ταλάνιζαν τον επιχειρηματικό και παραγωγικό κόσμο της χώρας.

Βεβαίως, η σχέση των Ελλήνων με την ιδέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ήταν πάντα ανέφελη. Γρήγορα ξεπεράσαμε τον όποιο σκεπτικισμό τη δεκαετία του 1980 εξελισσόμενοι σε πρωτοπόρους του ευρωπαϊκού οράματος, κάτι το οποίο αναγνώρισαν όλοι οι εταίροι μας. Παρόλα αυτά, οι δυσκαμψίες και οι αδράνειες ενός ταραγμένου θεσμικού παρελθόντος δεν επέτρεψαν η Ελλάδα να προσαρμοστεί εγκαίρως στις νέες συνθήκες της ανοιχτής οικονομίας. Το σοκ της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που διαχύθηκε στην Ευρώπη τη δεκαετία του 2010 χτύπησε την Ελλάδα με ιδιαίτερη σφοδρότητα.  Η Ελλάδα και οι Έλληνες πλήρωσαν ένα δύσκολο τίμημα, αλλά έδειξαν επιμονή. Εν τέλει, η απάντησή μας ήταν «περισσότερη Ευρώπη». Η ιστορία μάλιστα μας δικαίωσε, αποδεικνύοντας ότι όλο και πιο σύνθετα προβλήματα απαιτούν κοινές λύσεις.

Σήμερα, αυτό γίνεται ακόμα πιο εμφανές. Σε μια από τις πιο τις πιο δύσκολες δοκιμασίες στην Ιστορία της, η Ευρωπαϊκή Ένωση κλήθηκε να επιδείξει ενωμένη τα αναγκαία αντανακλαστικά. Παρά τις αρχικές αρρυθμίες, συντονίστηκε στην από κοινού προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού, ενώ ξεκίνησε εξαρχής να χρηματοδοτεί την πολύτιμη έρευνα για την παρασκευή εμβολίων. Η υλοποίηση του πανευρωπαϊκού προγράμματος εμβολιασμού εντός του 2021 αποτελεί πλέον την άμεση προτεραιότητά μας. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έδειξε την απαιτούμενη ευελιξία στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και τη στήριξη της απασχόλησης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 750 δις το οποίο για πρώτη φορά χρηματοδοτήθηκε δια της κοινής αμοιβαιοποίησης χρέους.

Πλέον, καθώς η Ευρώπη εξέρχεται από την πανδημία του COVID-19, οι Έλληνες πολίτες καλούμαστε να συμμετάσχουμε μαζί με τους υπόλοιπους ευρωπαίους συμπολίτες μας σε ένα από τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματα πολυεπίπεδου δημοκρατικού διαλόγου που έχει λάβει ποτέ χώρα, τη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης.

 Σε αυτόν τον πανευρωπαϊκό διάλογο, η χώρα μας θα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και θα συμμετάσχει ενεργά με συγκεκριμένες προτάσεις. Η εθνική πρόταση περιλαμβάνει 6+1 άξονες, που αφορούν το ευρωπαϊκό πλαίσιο Άμυνας και Ασφάλειας, τις ευρωπαϊκές Πολιτικές Συνοχής, το Περιβάλλον και την Κλιματική Αλλαγή, το Μεταναστευτικό, την Έρευνα και την Καινοτομία με έμφαση στο ρόλο της Νεολαίας, τη στρατηγική εμβάθυνσης της ΟΝΕ και το τρίπτυχο «Κράτος Δικαίου-Δημοκρατία-Ανθρώπινα Δικαιώματα».

Με την πείρα μιας κοπιώδους πλην επιτυχημένης ευρωπαϊκής πορείας 40 χρόνων και με την ιδιαίτερη ευαισθησία που μας χαρακτηρίζει σε ζητήματα δημοκρατίας και γεωπολιτικής, έχει έρθει η στιγμή να τοποθετηθούμε για το μέλλον της Ευρώπης, δικαιώνοντας το παρελθόν μας αλλά και απαντώντας ψύχραιμα στις προκλήσεις ενός σύνθετου παρόντος.

 

 

 

 

Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Toυ Θεόδωρου Γ. Πάγκαλου,

Τέως αντιπροέδρου της κυβέρνησης

 

Η πρώτη μορφή ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν η ένωση ελαχίστων χωρών, γύρω από το βιομηχανικό κέντρο της Ευρώπης, με πρόσχημα την εναρμόνιση των τομέων άνθρακος και χάλυβα αλλά με απώτερο στόχο την πολιτική ενοποίηση. Η μέθοδος θα ήταν δημοκρατική. Δηλαδή, κάθε βήμα θα έπρεπε να έχει την έγκριση της πλειοψηφίας των πολιτών κάθε χώρας και επομένως να συμβάλει στην ευημερία της πλειοψηφίας των εργαζομένων. Η ουσία της διαδικασίας θα ήταν η βαθμιαία μετάθεση αποφάσεων από το εθνικό σε υπερεθνικό επίπεδο. Γι’ αυτό και είναι εσφαλμένο και αντιφατικό να επικαλείται κάποιος ταυτόχρονα την εθνική κυριαρχία και την ευρωπαϊκή ενοποίηση, που συνίσταται ακριβώς στη βαθμιαία αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας, την αφαίρεση αρμοδιοτήτων από το εθνικό επίπεδο, την υπαγωγή όλο και περισσότερων τομέων στις υπερεθνικές συλλογικές αποφάσεις που παίρνονται είτε στα πλαίσια της ευρωπαϊκής επιτροπής είτε από το συμβούλιο υπουργών.

Πρόκειται για μια κοσμογονία. Μέχρι τότε η ευρωπαϊκή ιστορία είχε ως βασικό κινητήρα τη δημιουργία νέων εθνών με μέσο τη στρατιωτική βία. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε μία άλλη εξέλιξη. Όχι μόνο δεν ήταν πια η δημιουργία εθνικής υπερδομής ο στόχος, αλλά αντίθετα η βαθμιαία αποδυνάμωσή της μέχρι και την κατάργησή της, που θα επικυρωθεί πολιτικά με την αποδοχή, από όσους συμμετέχουν, μιας κορυφαίας ομοσπονδιακής δομής: των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Η Ευρώπη είναι ένα ποδήλατο. Όπως όλα τα δίτροχα δεν ισορροπεί αν δεν κινείται προς τα μπρος. Το ερώτημα «ποια Ευρώπη χρειάζεται η Ελλάδα» είναι δευτερεύον και πηγάζει από μια αμυντική αντιμετώπιση των αιτημάτων για παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται την Ελλάδα και σε ποιο ρόλο. Η Ελλάδα είναι χώρα μικρή, οικονομικά θα λέγαμε ασήμαντη, που έχει όμως μεγάλο γεωστρατηγικό ενδιαφέρον. Τα συμφέροντα του σήμερα, κυρίως στον τομέα της ενέργειας και οι αναμνήσεις του χθες στο πεδίο του πολιτισμού πιστεύουμε ότι ενισχύουν την άποψη ότι: ευρωπαϊκή ενοποίηση χωρίς την Ελλάδα δεν νοείται.

Όπως σε όλες τις οικογένειες όμως υπάρχει ένα όριο, που δεν πρέπει να εξαντληθεί. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι κράτη και λαοί που έχουν αποδεχθεί ως κοινό πρότυπο μια ορισμένη, εκλογικευμένη συμπεριφορά θα μας ανεχθούν με κυβερνήσεις των οποίων η παρουσία θα ανήκει στο χώρο του ακαταλόγιστου και πολιτικές ανεύθυνες και τυχοδιωκτικές. Εμείς πρέπει να επωμιστούμε το καθήκον, να καλύψουμε αταβισμούς, τη σπουδή του παρελθόντος, τη σύγχυση και τις εσωτερικές έριδες, που μας καταδικάζουν σε ένα είδος συμπεριφοράς, που μας οδηγεί στη χρεωκοπία και στην ανυποληψία. Η Ελλάδα πρέπει να ανήκει στον σκληρό, πρωτοπόρο πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και να βοηθιέται μονάχα για αδυναμίες, που μπορεί η ίδια με υπερηφάνεια να ανεχθεί ή να ομολογήσει.

Προς ποια κατεύθυνση πρέπει να εξελιχθεί η Ευρώπη εξαρτάται από τη συνολική πολιτική ισορροπία που θα διαμορφωθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά Κοινοβούλια της κάθε χώρας χωριστά. Η ενοποίηση προχωρούσε με ραγδαία βήματα από τη δημιουργία του αρχικού πυρήνα με λελογισμένες και προσεγμένες κινήσεις προς τις χώρες που ήταν ώριμες οικονομικά και πολιτικά. Έτσι διαμορφώθηκε η εσωτερική αγορά με την κατάργηση των δασμών και των τεχνικών εμποδίων. Η ολοκλήρωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής οδήγησε στην εισαγωγή του κοινού νομίσματος, του ευρώ, για όσες χώρες το επιθυμούσαν και η ελευθέρα κυκλοφορία και εγκατάσταση πολιτών και κεφαλαίων άνοιξε το δρόμο για την αναζήτηση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και κοινής πολιτικής άμυνας.

Μετά το 1990 τα πράγματα δυσκόλεψαν, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, με την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος και μετά την αποσύνθεση κρατών όπως η Τσεχοσλοβακία, η Γιουγκοσλαβία και βεβαίως πάνω από όλα η Σοβιετική Ένωση. Για λόγους κυρίως πολιτικούς έγιναν πρόωρα αποδεκτοί οι Πολωνοί, οι Τσέχοι, οι Σλοβάκοι, οι Ούγγροι, οι Σλοβένοι, οι Κροάτες, οι Εσθονοί, Λετονοί και Λιθουανοί και βεβαίως οι Ρουμάνοι και οι Βούλγαροι. Όλες αυτές οι χώρες παρουσίαζαν κολοσσιαία προβλήματα καθυστέρησης υποδομών και οργάνωσης της παραγωγής και είχαν ανάγκη να επεκταθεί το σύστημα αλληλεγγύης περιοχών που είχε ως πρώτη του εκδήλωση τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ), έμπνευση και υλοποίηση της ελληνικής διπλωματίας.

Βεβαίως οι πολιτικές αλληλεγγύης πρέπει να πολλαπλασιαστούν και να αναπτυχθούν κυρίως σε ότι αφορά την τεχνολογία και τις συγκοινωνίες. Δεν πρέπει όμως η ανασυγκρότηση των χωρών, που έπληξε ο κομμουνισμός, να γίνει σε βάρος των νότιων περιοχών, που παρουσιάζουν μια ιστορική καθυστέρηση (Ισπανία, Πορτογαλία, Νότια Ιταλία, Κύπρος, Μάλτα και βεβαίως Ελλάδα). Γι’ αυτό το λόγο, πρέπει να αυξηθεί ο προϋπολογισμός της ΕΕ στο ύψος που εκάστοτε προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι κοινοτικές δαπάνες είναι ασήμαντο ποσοστό των προϋπολογισμών των χωρών μελών. Πρέπει να διευκολυνθούν οι τεχνολογικές και εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες όσων χωρών υστερούν. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι η νέα ιδεολογία, που πρέπει να αντικαταστήσει τις ατελέσφορες ιδεοληψίες του 19ου αιώνα για την κοινωνική ανατροπή.

Υπάρχει νέα ιδεολογία αλληλεγγύης αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση μείωσης των περιφερειακών διαφορών και παγκόσμιας ειρήνης: οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.


  • Βίντεο αφιέρωμα: Μουσείο Ιερομάρτυς Πατροκοσμάς στο Βασιλικό Πωγωνίου

    Βίντεο αφιέρωμα: Μουσείο Ιερομάρτυς Πατροκοσμάς στο Βασιλικό Πωγωνίου

  • Βίντεο αφιέρωμα: Ιερά Μονή Αγ.Ιωάννου Προδρόμου.Κάτω Μερόπη Πωγωνίου

    Βίντεο αφιέρωμα: Ιερά Μονή Αγ.Ιωάννου Προδρόμου.Κάτω Μερόπη Πωγωνίου

  • Βίντεο αφιέρωμα: Ταχυδρομικό--Τηλεπικοινωνιακό Μουσείο Πωγωνιανής Πωγωνίου

    Βίντεο αφιέρωμα: Ταχυδρομικό--Τηλεπικοινωνιακό Μουσείο Πωγωνιανής Πωγωνίου

  • Δημοτική Πινακοθήκη Χαρακτικής Δήμου Ζίτσας

    Δημοτική Πινακοθήκη Χαρακτικής Δήμου Ζίτσας

  • Δείτε το βίντεο αφιέρωμα της Ιεράς  Μονής Αβελ

    Δείτε το βίντεο αφιέρωμα της Ιεράς  Μονής Αβελ

  • Βίντεο αφιέρωμα:Μουσείο Φυσικής Ιστορίας-Πολεμικού Υλικού-Λαογραφικό.Καστάνιανη Πωγωνίου

    Βίντεο αφιέρωμα:Μουσείο Φυσικής Ιστορίας-Πολεμικού Υλικού-Λαογραφικό.Καστάνιανη Πωγωνίου

 

 

 

Διαχειριστής Ιστοσελίδας


Καψάλης Χάρης

Facebook

Τηλ.Καταγγελιών:
Κιν.6973034101
email: tzourlakos@yahoo.gr

Συνταγή γνήσιας Πωγωνίσιας κουρκουτόπιτας

Αφιερωμένο στη ''ΜΑΝΑ ΜΟΥ''

Κύρκου Καψάλη Αγαθή

πού έφυγε από την ζωή 17-8-2020 από ανακοπή καρδιάς...