Βασιλιάς έγινες, Άνθρωπος δεν έγινες!!!

Βασιλιάς έγινες, Άνθρωπος δεν έγινες!!!
Ο Στράτος πήρε την σύντροφό του και πήγε σε ρεστοράν με θέα την θάλασσα για να δειπνήσει. Το ντύσιμό του και γενικά το όλο του κόψιμο δείχνει ώριμο και πετυχημένο άνδρα. Έχουν τελειώσει το φαγητό τους και σχολιάζουν την άψογη μαγειρική του σεφ οπότε ένας γέροντας λαχειοπώλης πλησιάζει του προτείνει την πραμάτεια του και τον παρακαλεί να ψωνίσει. Ο Στράτος τον κοιτάζει ενοχλημένος και με περίσσια τυπική ευγένεια του λέει: Δεν πήρατε ακόμη σύνταξη κύριε; Ο γέροντας τον κοίταξε κατάματα ίσιωσε πιο καλά το κορμί του και με φωνή καθαρή και σχετικά δυνατή του λέει: Εύχομαι να μην σου τύχη να χάσεις το παιδί σου και να δουλεύεις στην ηλικία μου για να μεγαλώνεις τα εγγόνια σου. Το βλέμμα του γέροντα ήταν τόσο δυνατό,που ο Στράτος σάστισε για λίγο αλλά το κυριότερο αυτό το βλέμμα του γέροντα λαχειοπώλη τον γύρισε πολλά χρόνια πίσω,τότε ,στην παιδική του ηλικία όταν πάλι αντίκριζε σχεδόν το ίδιο επίμονο και δυνατό βλέμμα του παππού του που του έλεγε: Στράτο παιδί μου κοίταξε στην ζωή σου να γίνεις καλός άνθρωπος μη κοιτάς μόνο για σένα,υπάρχει και ο διπλανός σου,και για να τον κάνει να το καταλάβει καλύτερα το παιδικό του μυαλό του είπε μια ιστορία: Μιά φορά και ένα καιρό σε ένα χωριό ήταν ένας πατέρας που μεγάλωνε ένα παιδί (αγόρι) μόνος του αφού η γυναίκα του είχε πεθάνει. Κάθε βράδυ λοιπόν που καθόταν γύρω από το τζάκι και ξεκουραζόταν από τις καθημερινές και επίπονες αγροτικές δουλειές, ο πατέρας έλεγε στο παιδί του: Γυιέ μου κοίτα στη ζωή σου να γίνεις πετυχημένος και καλός άνθρωπος,και μην αφήσεις το χρήμα να σε κυριεύσει, και να κοιτάζεις τον διπλανό σου συνάνθρωπο. Ο γυιός του τα άκουγε όλα αυτά που του έλεγε ο πατέρας του κούνησε το κεφάλι του και είπε στον πατέρα του: Όταν μεγαλώσω θα δεις τι θα γίνω εγώ αλλά θα φύγω από αυτό το παλιό...χωριό, και το μυαλό του ονειρευότανε την πόλη και όλα τα καλά της,όπως εκείνος τα ήθελε και όχι όπως του τα έλεγε ο πατέρας του. Όταν μεγάλωσε λοιπόν έφυγε και πήγε στην πόλη για να εκπληρώσει όλες του τις επιθυμίες. Μάταια περίμενε ο πατέρας του στο χωριό να μάθει νέα του,τίποτα εκείνος είχε εξαφανιστεί. Κάποια στιγμή μετά από χρόνια του είπε κάποιος περαστικός πώς το παιδί του έγινε μεγάλος και τρανός!!!έγινε Βασιλιάς!!! και ο γέροντας πλέον πατέρας με αγωνία ρώτησε τον περαστικό: Καλός άνθρωπος έγινε; ο περαστικός όμως δεν του απάντησε και έφυγε. Μιά μέρα λοιπόν εκεί που δούλευε στα χωράφια του εμφανίστηκε μπροστά του η βασιλική φρουρά και ο επικεφαλής είπε στον γέροντα πατέρα: Έχω εντολή του βασιλιά μας να σε πάω στο παλάτι. Ο γέροντας πατέρας είπε στον επικεφαλής της βασιλικής φρουράς πως είχε δουλειά στο χωράφι και δεν μπορούσε να πάει τώρα στο παλάτι. Έφυγε η φρουρά και πήγε στο παλάτι όπου ενημέρωσε τον βασιλιά για την απάντηση του πατέρα του εκείνος οργισμένος έδωσε εντολή να πάνε να τον φέρουν με το ζόρι. Πήγε πάλι η φρουρά και έφερε δια της βίας τον γέροντα πατέρα στο παλάτι και τον έβαλαν να γονατίσει μπροστά στον βασιλιά γυιό του. Ο γυιός του λοιπόν αφού περίμενε λίγο, ύψωσε την φωνή του και είπε στον γέροντα πατέρα του: Το βλέπεις ..έγινα πετυχημένος,έγινα βασιλιάς. Και ο γέροντας πατέρας σήκωσε τα δακρυσμένα μάτια προς το μέρος του και του είπε: Γυιέ μου βασιλιάς έγινες!!!,άνθρωπος δεν έγινες...!!!Θα πάρεις εντέλει η όχι; η φωνή επανέφερε τον Στράτο που για μερικά δευτερόλεπτα το μυαλό του ήταν σε άλλη εποχή,πίσω στο μακρινό παρελθόν. Καλά θα πάρω απάντησε,και αφού κοίταξε τον γέροντα με μπόλικη ψεύτικη συμπόνια διάλεξε δύο λαχεία και πλήρωσε τον γέροντα λαχειοπώλη,που συνέχισε στην αναζήτηση του επόμενου πελάτη του. Η σύντροφος του Στράτου είπε: Τον φουκαρά τον γέροντα τι βάσανα τραβάει... Και ο Στράτος απάντησε: Τι να κάνουμε γλυκιά μου αυτά έχει η ζωή ,τι φταίω εγώ εάν ήταν άτυχος ο γέροντας,ας τα βγάλει εις πέρας μόνος του,εμείς έτσι κι 'αλλιώς μια χαρά είμαστε... Δεν μου είπες όμως το κύριο πιάτο ήταν καλό...νόστιμο...σου άρεσε...;
Τα Σέβη μου: Καψάλης Χάρης.



























