Τίμα το γονιό σου για να σε τιμήσουν τα παιδιά σου.

Τίμα το γονιό σου για να σε τιμήσουν τα παιδιά σου
Καλημέρα φώναξε δυνατά ο μπάρμπα Τάσος στο γείτονά του τον κυρ Στέλιο. Ήτανε τόσο βροντερή η φωνή του, που σκιάχτηκαν τα λίγα ζωντανά που τα πήγαινε για βοσκή, ορέ μέχρι και το σκυλί αλύχτησε από την τρομάρα που πήρε πρωί,πρωί. Γεια και χαρά αποκρίθηκε ο κυρ Στέλιος που αμόλαγε τις κότες από το κοτέτσι,πρωινή καθημερινή δουλειά του χωριού. Πας για τον κάμπο ορέ Τάσο;ρώτηξε ο κυρ Στέλιος. Ναι ορέ τι να τα κάμω τα έρμα τα ζωντανά,πρέπει να βοσκήσουν. Τ'μαθες ορέ Τάσο,για τον άμοιρο τον γέρο Μανώλη; είπε ο Στέλιος. Όχι ορέ που να μάθω...Όπως ξέρεις η νύφη του,και ο γυιός του δεν τον ήθελαν στο σπίτι τον γέρο γιατί τους μύριζε έλεγαν,και ντρεπότανε τούς μουσαφίρηδες που πήγαιναν στο σπίτι τους,και έτσι εκείνο το ζούδιο ο γυιός του ο Γιώργος πήγε το γέρο(Μανώλη) κάτω στο αχούρι,να μένει και να κοιμάται εκεί,μες'την υγρασία γέρος άνθρωπος. Για να μην τους ενοχλάει έλεγαν...Κάθε μέρα το ζούδιο ο γυιός του έπαιρνε το μπρεγκάτσι(κατσαρολάκι) και μαζί με το παιδί του το μικρό τον μανωλάκη πήγαινε στον άμοιρο το γέρο ψιά φαί να φάει...Χτές λοιπόν που λες ο πιτσιρίκος ο Μανωλάκης τι είπε στο ζούδιο τον πατέρα του τον Γιώργο; Σαν τι ορέ είπε ο μικρός ο μασκαράκος;απόρησε ο μπάρμπα Τάσος. Μμμμ...του είπε...Μπαμπά το μπρεγκάτσι (κατσαρολάκι)μη το πετάξεις όταν πεθάνει ο παππούς,για να φέρνω και εγώ σε σένα φαγητό όταν θα βάλω και εγώ εσένα στο αχούρι να κοιμάσαι σάμα γεράσεις... Έστριψε τη μουστάκα του ο μπάρμπα Τάσος και είπε: Όρε το μασκαράκι το μικρό,μυαλού μεγάλου ανθρώπου...μεγάλη η κουβέντα του ορέ Στέλιο. Άαχχχ τίμα το γονιό σου για να σε τιμήσουν και σένα τα παιδιά σου με τι σειρά τους,αλλά που...κάποια ζούδια νέοι σήμερα δεν το καταλαβαίνουν ορέ Στέλιο...και κατηφόρισε προς τα κάτω κουνώντας το κεφάλι του.
Τα Σέβη μου: Καψάλης Χάρης.



























